155 αποτελέσματα για «解»

解決 かいけつ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διευθέτηση, λύση, επίλυση
解放 かいほう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απελευθέρωση, χειραφέτηση, αποδέσμευση
  2. 02 αποδέσμευση (μνήμης υπολογιστή)
解く とく N3

ρήμα

  1. 01 λύνω, ξεκουμπώνω, ξετυλίγω, ξεμπλέκω, ξεπακετάρω
  2. 02 ξηλώνω
  3. 03 λύνω, επιλύω, απαντώ
  4. 04 διαλύω (π.χ. παρεξήγηση), ξεκαθαρίζω, αίρω (π.χ. υποψία), κατευνάζω
  5. 05 ακυρώνω (π.χ. ένα συμβόλαιο), καταργώ, αίρω (π.χ. μια απαγόρευση), λύνω (π.χ. πολιορκία)
  6. 06 απαλλάσσω (από καθήκον), ανακουφίζω, απολύω
  7. 07 χτενίζω, ξαίνω, ξεμπερδεύω (π.χ. μαλλιά)
解ける とける N3

ρήμα

  1. 01 λύνομαι, επιλύομαι
  2. 02 λύνομαι, ξεδένομαι, χαλαρώνω
  3. 03 αίρομαι (για περιορισμούς, απαγόρευση), λύνομαι (για ξόρκι, κατάρα)
  4. 04 διαλύομαι (για θυμό, ένταση), υποχωρώ, καταπραΰνομαι, επιλύομαι (για διαφωνία, παρεξήγηση), ξεκαθαρίζω
解釈 かいしゃく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ερμηνεία, εξήγηση, κατανόηση, εκδοχή
解除 かいじょ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 καταγγελία (σύμβασης), ακύρωση, ανάκληση, αναίρεση
  2. 02 άρση (απαγόρευσης, κυρώσεων κ.λπ.), απομάκρυνση, κατάργηση, απαλλαγή (από υποχρεώσεις), ακύρωση (προειδοποίησης, συναγερμού κ.λπ.), ματαίωση (π.χ. απεργίας), ξεκλείδωμα
解散 かいさん N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάλυση, διασκορπισμός (συνάντησης, συγκέντρωσης, πλήθους κ.λπ.)
  2. 02 διάλυση, κατάργηση, εκκαθάριση (εταιρείας, οργάνωσης κ.λπ.)
  3. 03 διάλυση (της Βουλής, του Κοινοβουλίου κ.λπ.)
解消 かいしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακύρωση, εκκαθάριση, επίλυση, μείωση (π.χ. του στρες)
解説 かいせつ N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εξήγηση, σχολιασμός, έκθεση, ανάλυση, διασάφηση
解き放つ ときはなつ

ρήμα

  1. 01 απελευθερώνω
解体 かいたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατεδάφιση, αποσυναρμολόγηση, διάλυση
  2. 02 διάλυση (οργάνωσης, εταιρείας κ.λπ.)
  3. 03 ανατομία (σώματος), τεμαχισμός, διαμελισμός
解析 かいせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάλυση, αναλυτική μελέτη
  2. 02 συντακτική ανάλυση, ανάλυση
解明 かいめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαφώτιση, εξήγηση, διευκρίνιση, διαλεύκανση, κατανόηση
かい

ουσιαστικό

  1. 01 λύση (εξίσωσης, ανισότητας κ.λπ.), ρίζα (π.χ. πολυωνύμου)
  2. 02 λύση (ενός δεδομένου προβλήματος), απάντηση
  3. 03 εξήγηση, ερμηνεία
解答 かいとう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απάντηση, λύση
解読 かいどく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποκρυπτογράφηση, αποκωδικοποίηση
解剖 かいぼう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανατομή, αυτοψία, νεκροψία
  2. 02 ανάλυση, ανασκόπηση
解決策 かいけつさく

ουσιαστικό

  1. 01 λύση, στρατηγική επίλυσης
解する かいする

ρήμα

  1. 01 κατανοώ, αντιλαμβάνομαι
  2. 02 ερμηνεύω
解雇 かいこ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόλυση (εργαζομένου), διακοπή εργασίας, παύση εργασίας