13 αποτελέσματα για «託»

託する たくする

ρήμα

  1. 01 εμπιστεύομαι (σε κάποιον), αναθέτω (μια υπόθεση σε κάποιον), αφήνω στην φροντίδα κάποιου
  2. 02 αναθέτω σε κάποιον να παραδώσει (ένα μήνυμα, ένα δέμα κ.λπ.), στέλνω (μέσω κάποιου), αφήνω (ένα μήνυμα) σε κάποιον
  3. 03 χρησιμοποιώ (κάτι) για να εκφράσω (τα συναισθήματά μου, την άποψή μου κ.λπ.), εκφράζω με τη μορφή (κάτι)
  4. 04 χρησιμοποιώ ως πρόφαση
託す たくす

ρήμα

  1. 01 αναθέτω σε κάποιον, εμπιστεύομαι, αφήνω υπό την προστασία κάποιου
  2. 02 αναθέτω τη μεταφορά (μηνύματος, δέματος), στέλνω μέσω κάποιου, αφήνω μήνυμα σε κάποιον
  3. 03 χρησιμοποιώ κάτι για να εκφράσω (συναισθήματα, άποψη), εκφράζω μέσω κάποιου μέσου
  4. 04 χρησιμοποιώ ως πρόσχημα
託宣 たくせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χρησμός, αποκάλυψη, θεϊκό μήνυμα
託児所 たくじしょ

ουσιαστικό

  1. 01 παιδικός σταθμός, βρεφονηπιακός σταθμός
託つ かこつ

ρήμα

  1. 01 παραπονιέμαι για, γκρινιάζω για, θρηνώ για, οδύρομαι
託ける かこつける

ρήμα

  1. 01 χρησιμοποιώ ως πρόσχημα, χρησιμοποιώ ως δικαιολογία
託児 たくじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φύλαξη παιδιών, παιδικός σταθμός
託言 たくげん

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσχημα, δικαιολογία, πρόφαση
  2. 02 μήνυμα (ιδίως προφορικό)
託児室 たくじしつ

ουσιαστικό

  1. 01 βρεφονηπιακός σταθμός, δωμάτιο φροντίδας βρεφών
託送 たくそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρακαταθήκη, αποστολή εμπορευμάτων
託児施設 たくじしせつ

ουσιαστικό

  1. 01 παιδικός σταθμός
託つけ かこつけ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόφαση, δικαιολογία
  1. 01 αναθέτω
  2. 02 ζητώ
  3. 03 εμπιστεύομαι
  4. 04 προσποιούμαι
  5. 05 υπονοώ