16 αποτελέσματα για «誓»

誓う ちかう N2

ρήμα

  1. 01 ορκίζομαι, υπόσχομαι, δεσμεύομαι
誓い ちかい

ουσιαστικό

  1. 01 όρκος, τάμα
誓約 せいやく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 όρκος, υπόσχεση, δέσμευση, διαθήκη
誓い合う ちかいあう

ρήμα

  1. 01 συνυπόσχομαι, ορκίζομαι από κοινού, δίνω αμοιβαία υπόσχεση
誓いを立てる ちかいをたてる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ορκίζομαι, δίνω υπόσχεση
誓約書 せいやくしょ

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφος όρκος, διαθήκη, υπόσχεση
誓願 せいがん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τάμα, θρησκευτικός όρκος
  2. 02 ικεσία, προσευχή (με την οποία κάποιος εκφράζει ένα τάμα)
誓紙 せいし

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφος όρκος
誓言 せいげん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 όρκος, υπόσχεση, επικύρωση, επίσημη δέσμευση
誓って ちかって

επίρρημα

  1. 01 σίγουρα, στον λόγο μου, όρκο παίρνω
  2. 02 σε καμία περίπτωση, ποτέ
誓文 せいもん

ουσιαστικό

  1. 01 γραπτός όρκος
誓書 せいしょ

ουσιαστικό

  1. 01 έγγραφος όρκος
誓詞 せいし

ουσιαστικό

  1. 01 τάμα, όρκος, υπόσχεση
誓文払い せいもんばらい

ουσιαστικό

  1. 01 ξεπούλημα
誓い交わす ちかいかわす

ρήμα

  1. 01 υπόσχομαι αμοιβαία, ανταλλάσσω όρκους
  1. 01 ορκίζομαι
  2. 02 ορκίζομαι
  3. 03 δεσμεύομαι