50 αποτελέσματα για «説»
説明 せつめい N4
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξήγηση, έκθεση, περιγραφή, αναφορά, λεζάντα, υπόμνημα
説得 せっとく N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πειθώ
説教 せっきょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κήρυγμα, ομιλία
- 02 επίπληξη, κατσάδιασμα, νουθεσία
説 せつ N3
ουσιαστικό
- 01 θεωρία, δόγμα
- 02 γνώμη, άποψη
- 03 φήμη, κουτσομπολιό, φημολογία, ακοή
説得力 せっとくりょく
ουσιαστικό
- 01 πειστικότητα, δύναμη πειθούς, πειθώ
説く とく N3
ρήμα
- 01 εξηγώ, κηρύττω, υποστηρίζω
- 02 πείθω, μεταπείθω, συζητώ λογικά, παροτρύνω
説明がつく せつめいがつく
άλλο, ρήμα
- 01 εξηγώ επαρκώς, είμαι υπόλογος
説き伏せる ときふせる
ρήμα
- 01 αντικρούω, καταβάλλω με επιχειρήματα, πείθω, μεταπείθω, κάμπτω τη στάση κάποιου
説明会 せつめいかい
ουσιαστικό
- 01 ενημερωτική συνάντηση, ενημέρωση, επεξηγηματική συγκέντρωση
説明書 せつめいしょ
ουσιαστικό
- 01 οδηγίες χρήσης, εγχειρίδιο, ενημερωτικό φυλλάδιο (μπροσούρα, σημείωμα), περιγραφή
説法 せっぽう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κήρυγμα, διδασκαλία, θρησκευτικός λόγος
- 02 επίπληξη, νουθεσία, ηθικολογία
説明文 せつめいぶん
ουσιαστικό
- 01 επεξηγηματική σημείωση, επεξηγηματικό κείμενο, εξήγηση, λεζάντα
説明書き せつめいがき
ουσιαστικό
- 01 γραπτή εξήγηση, επεξηγηματική πινακίδα (π.χ. σε μουσείο), ενημερωτική πινακίδα (π.χ. σε τουριστικό αξιοθέατο), οδηγίες (π.χ. για ένα προϊόν)
説話 せつわ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διήγηση, αφήγημα
説明責任 せつめいせきにん
ουσιαστικό
- 01 λογοδοσία, η ευθύνη του να δίνει κανείς εξηγήσεις για τις πράξεις του
説教臭い せっきょうくさい
επίθετο
- 01 διδακτικός, ηθικοπλαστικός
説明的 せつめいてき
επίθετο
- 01 επεξηγηματικός, εκθετικός, διαφωτιστικός
説諭 せつゆ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 πειθώ, παρακίνηση
説きつける ときつける
ρήμα
- 01 πειθω
説き聞かせる とききかせる
ρήμα
- 01 εξηγώ, νουθετώ