43 αποτελέσματα για «責»

責任 せきにん N3

ουσιαστικό

  1. 01 καθήκον, ευθύνη (συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας προσωπικού)
  2. 02 υποχρέωση, νομική ευθύνη, βάρος
責める せめる N3

ρήμα

  1. 01 κατηγορώ, επικρίνω, επιπλήττω, ψέγω, καταδικάζω
  2. 02 πιέζω, παρακινώ, ενοχλώ
  3. 03 βασανίζω, ταλαιπωρώ, καταδιώκω
  4. 04 εκπαιδεύω, δαμάζω (άλογο)
責任者 せきにんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 υπεύθυνος, άτομο με αρμοδιότητα (συμπεριλαμβανομένου εποπτικού ρόλου για το προσωπικό), άτομο που φέρει ευθύνη για..., υπεύθυνο μέρος, προϊστάμενος, διευθυντής
責任を取る せきにんをとる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναλαμβάνω την ευθύνη (για μια αρνητική κατάληξη), αποδέχομαι το φταίξιμο, επωμίζομαι την ευθύνη
責任を持つ せきにんをもつ

άλλο, ρήμα

  1. 01 έχω την ευθύνη για, φέρω την ευθύνη
責務 せきむ N1

ουσιαστικό

  1. 01 καθήκον, υποχρέωση
責任感 せきにんかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθημα ευθύνης
責め せめ

ουσιαστικό

  1. 01 ευθύνη, υπαιτιότητα, καταλογισμός
  2. 02 βασανιστήριο, μαρτύριο
責め立てる せめたてる

ρήμα

  1. 01 ασκώ δριμεία κριτική, κατηγορώ, επιρρίπτω ευθύνες, ανακρίνω έντονα
  2. 02 παροτρύνω, πιέζω
責任を負う せきにんをおう

άλλο, ρήμα

  1. 01 φέρνω την ευθύνη για, είμαι υπεύθυνος για, λογοδοτώ για, αναλαμβάνω το μερίδιο ευθύνης για
せき

ουσιαστικό

  1. 01 ευθύνη, καθήκον, υποχρέωση
責め苦 せめく

ουσιαστικό

  1. 01 βασανιστήριο, πόνοι (της κόλασης)
責任問題 せきにんもんだい

ουσιαστικό

  1. 01 ζήτημα καταλογισμού ευθύνης, θέμα απόδοσης ευθυνών
責任を果たす せきにんをはたす

άλλο, ρήμα

  1. 01 εκπληρώνω τις υποχρεώσεις μου
責任転嫁 せきにんてんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μετατόπιση της ευθύνης (για κάτι) σε (κάποιον), μετάθεση ευθυνών
責任を問われる せきにんをとわれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 λογοδοτώ, επωμίζομαι την ευθύνη
責任逃れ せきにんのがれ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποφυγή ή υπεκφυγή ευθύνης
責め苛む せめさいなむ

ρήμα

  1. 01 βασανίζω, καταδιώκω, προκαλώ αγωνία
責めを負う せめをおう

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναλαμβάνω την ευθύνη, φέρω το βάρος
責任追及 せきにんついきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 απόδοση ευθυνών, αναζήτηση υπαιτιότητας, προσπάθεια επιρρίψεως ευθύνης σε κάποιον