15 αποτελέσματα για «費»
費用 ひよう N3
ουσιαστικό
- 01 κόστος, έξοδο, δαπάνη
費やす ついやす N1
ρήμα
- 01 δαπανώ, ξοδεύω, αναλώνω
- 02 σπαταλώ, διασκορπίζω, ξεοδεύω άσκοπα
- 03 αφιερώνομαι
費 ひ
ουσιαστικό
- 01 κόστος, δαπάνη
費用対効果 ひようたいこうか
ουσιαστικό
- 01 αποδοτικότητα κόστους
費消 ひしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δαπάνη, κατανάλωση
- 02 καταχραστική διαχείριση, υπεξαίρεση
費え ついえ
ουσιαστικό
- 01 άσκοπα έξοδα, σπατάλη
費える ついえる
ρήμα
- 01 αναλώνομαι (για χρήματα, αποταμιεύσεις κ.λπ.), εξαντλούμαι
- 02 σπαταλιέμαι (για χρόνο)
費用を持つ ひようをもつ
άλλο, ρήμα
- 01 επωμίζομαι τα έξοδα
費目 ひもく
ουσιαστικό
- 01 κωδικός δαπάνης, κατηγορία εξόδων
費用一切 ひよういっさい
ουσιαστικό
- 01 όλα τα έξοδα
費途 ひと
ουσιαστικό
- 01 τρόπος δαπάνης
費用最小化 ひようさいしょうか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ελαχιστοποίηση κόστους
費用便益分析 ひようべんえきぶんせき
ουσιαστικό
- 01 ανάλυση κόστους-οφέλους
費用便益比 ひようべんえきひ
ουσιαστικό
- 01 λόγος κόστους-οφέλους
費
- 01 έξοδο, δαπάνη
- 02 κόστος, τιμή
- 03 ξοδεύω, δαπανώ
- 04 καταναλώνω, χρησιμοποιώ
- 05 σπαταλώ, ξοδεύω άσκοπα