10 αποτελέσματα για «賑»

賑やか にぎやか

επίθετο

  1. 01 πολυσύχναστος, πολύβουος, γεμάτος κόσμο, ζωντανός, ζωηρός, ακμάζων, ευημερών
  2. 02 ζωηρός, ζωντανός (για πάρτι, φωνές κ.λπ.), δυνατός, θορυβώδης, χαρούμενος, εύθυμος
賑わう にぎわう N1

ρήμα

  1. 01 συνωστίζομαι, έχω κίνηση (από κόσμο)
  2. 02 ευημερώ, ακμάζω, ανθίζω (εμπορικά)
賑わい にぎわい

ουσιαστικό

  1. 01 ευημερία, κίνηση, δραστηριότητα, πλήθος, προσέλευση
賑わす にぎわす

ρήμα

  1. 01 ζωντανεύω, δίνω ζωή, προκαλώ σάλο (π.χ. στον τύπο), πρωταγωνιστώ (π.χ. στα πρωτοσέλιδα, στους τίτλους)
  2. 02 καθιστώ ευημερούντα
賑やかす にぎやかす

ρήμα

  1. 01 ζωντανεύω, δίνω ζωή, κάνω κάτι συναρπαστικό
賑々しい にぎにぎしい

επίθετο

  1. 01 ζωηρός, εύθυμος, χαρούμενος
賑やかさ にぎやかさ

ουσιαστικό

  1. 01 ζωηρότητα, κίνηση, έντονη δραστηριότητα
賑あう にぎあう

ρήμα

  1. 01 ευημερώ, ακμάζω, έχω μεγάλη εμπορική κίνηση, είμαι γεμάτος κόσμο
賑やかし にぎやかし

ουσιαστικό

  1. 01 ζωογόνηση, δημιουργία ζωντανής ατμόσφαιρας
  1. 01 ευημερώ
  2. 02 σφύζω από ζωή
  3. 03 ευημερία