20 αποτελέσματα για «賭»

賭ける かける N3

ρήμα

  1. 01 στοιχηματίζω, ποντάρω, διακινδυνεύω, ρισκάρω, τζογάρω
賭け かけ

ουσιαστικό

  1. 01 στοίχημα, ποντάρισμα, τζόγος
賭する とする

ρήμα

  1. 01 ποντάρω, διακινδυνεύω, στοιχηματίζω, βάζω στοίχημα
賭博 とばく

ουσιαστικό

  1. 01 τυχερό παιχνίδι, τζόγος
賭け事 かけごと

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στοίχημα
  2. 02 τζόγος
賭場 とば

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτοπαικτική λέσχη, λέσχη τυχερών παιχνιδιών
賭け金 かけきん

ουσιαστικό

  1. 01 στοίχημα, ποντάρισμα
賭博場 とばくじょう

ουσιαστικό

  1. 01 χαρτοπαικτική λέσχη, αίθουσα τυχερών παιχνιδιών, χαρτοπαίγνιο
賭す とす

ρήμα

  1. 01 ποντάρω, ρισκάρω, στοιχηματίζω
賭博師 とばくし

ουσιαστικό

  1. 01 τζογαδόρος, χαρτοπαίκτης
賭け屋 かけや

ουσιαστικό

  1. 01 μπουκμέικερ, άνθρωπος που δέχεται στοιχήματα, πράκτορας στοιχημάτων, πράκτορας
賭け麻雀 かけマージャン

ουσιαστικό

  1. 01 τυχερό παιχνίδι ματζόνγκ, παίζω ματζόνγκ με χρήματα
賭け碁 かけご

ουσιαστικό

  1. 01 παίζω γκό με στοίχημα
賭物 とぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 στοίχημα, ποντάρισμα
賭け物 かけもの

ουσιαστικό

  1. 01 στοίχημα, ποντάρισμα
賭弓 のりゆみ

ουσιαστικό

  1. 01 τοξοβολία για έπαθλο
  2. 02 αυτοκρατορική εκδήλωση τοξοβολίας που διεξαγόταν ετησίως τη 18η ημέρα του πρώτου σεληνιακού μήνα (περίοδος Χεϊάν)
賭け事師 かけごとし

ουσιαστικό

  1. 01 τζογαδόρος, παίκτης τυχερών παιχνιδιών
賭博台 とばくだい

ουσιαστικό

  1. 01 τραπέζι τυχερών παιχνιδιών, τραπέζι τζόγου
賭けに出る かけにでる

άλλο, ρήμα

  1. 01 ρισκάρω, διακινδυνεύω
  1. 01 τζογάρω
  2. 02 στοιχηματίζω
  3. 03 ποντάρω