76 αποτελέσματα για «軟»

軟弱 なんじゃく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 μαλακός και στερούμενος σταθερότητας, αδύναμος, εύθραυστος
  2. 02 αδύναμος χαρακτήρας, αναποφάσιστος, ευεπίφορος σε χειραγώγηση
  3. 03 αδύναμος (αγορά), πτωτικός, σε υποχώρηση (σχετικά με τις τιμές της αγοράς)
軟禁 なんきん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατ' οίκον περιορισμός
軟化 なんか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μαλάκωμα
  2. 02 μαλάκωμα (στάσης), κατευνασμός
  3. 03 εξασθένιση (της αγοράς)
  4. 04 χλώρανση (λαχανικών, μέσω αποστέρησης του φωτός)
なん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 μαλακός
軟膏 なんこう

ουσιαστικό

  1. 01 αλοιφή, επουλωτική κρέμα
軟禁状態 なんきんじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κατ' οίκον περιορισμός, κατάσταση εγκλεισμού
軟体動物 なんたいどうぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 μαλάκιο
軟骨 なんこつ

ουσιαστικό

  1. 01 χόνδρος
  2. 02 νανκότσου, χόνδρος (πιάτο από χόνδρους, συνήθως κοτόπουλου, τηγανητοί)
軟着陸 なんちゃくりく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ομαλή προσγείωση
軟式 なんしき

ουσιαστικό

  1. 01 μαλακός (ιδιαίτερα για μπάλες του σόφτμπολ, του τένις κ.λπ.)
軟質 なんしつ

ουσιαστικό

  1. 01 μαλακότητα
軟水 なんすい

ουσιαστικό

  1. 01 μαλακό νερό
軟泥 なんでい

ουσιαστικό

  1. 01 λάσπη, λυματολάσπη
軟球 なんきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μαλακή μπάλα, λαστιχένια μπάλα
軟派 なんぱ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 γόης, καρδιοκατακτητής, φαφλατάς, γυναικάς, μοιραία γυναίκα
  2. 02 φλερτ με γυναίκες, προσέγγιση γυναικών
  3. 03 μετριοπαθές κόμμα, μετριοπαθής
  4. 04 κοσμική στήλη (σε εφημερίδα κ.λπ.), κοσμικογράφος (εφημερίδας)
  5. 05 επενδυτής με πτωτικές τάσεις, απαισιόδοξος επενδυτής
軟式野球 なんしきやきゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ιαπωνική παραλλαγή του μπέιζμπολ που παίζεται με σκληρή λαστιχένια μπάλα
軟弱外交 なんじゃくがいこう

ουσιαστικό

  1. 01 αδύναμη εξωτερική πολιτική, δειλή διπλωματία
軟式テニス なんしきテニス

ουσιαστικό

  1. 01 αντισφαίριση με μαλακή μπάλα (παραλλαγή της αντισφαίρισης που παίζεται με μαλακή μπάλα από καουτσούκ)
軟性 なんせい

ουσιαστικό

  1. 01 μαλακότητα, ευκαμψία, ελαστικότητα
軟組織 なんそしき

ουσιαστικό

  1. 01 μαλακός ιστός