3 αποτελέσματα για «辿»

辿る たどる N1

ρήμα

  1. 01 ακολουθώ (έναν δρόμο, ένα μονοπάτι κ.λπ.), εντοπίζω
  2. 02 ακολουθώ (ένα στοιχείο, ένα ίχνος, μια πλοκή κ.λπ.), ανιχνεύω (μια διαδρομή, μια ιστορία, ένα γενεαλογικό δέντρο κ.λπ.), ανατρέχω (π.χ. στη μνήμη μου), αναζητώ, επανεξετάζω
  3. 03 οδεύω προς (για μια κατάσταση), πηγαίνω προς την κατεύθυνση, ακολουθώ (μια πορεία), επιδιώκω (έναν δρόμο), αντιμετωπίζω (μια μοίρα)
辿々しい たどたどしい

επίθετο

  1. 01 διστακτικός, τρεκλίζων, αβέβαιος, αδέξιος, άχαρος
辿
  1. 01 ακολουθώ (δρόμο)
  2. 02 επιδιώκω