74 αποτελέσματα για «透»

透明 とうめい N2

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 διαφανής, καθαρός
透ける すける

ρήμα

  1. 01 είμαι διαφανής, διαφαίνομαι
透き通る すきとおる N2

ρήμα

  1. 01 είμαι διαφανής, είμαι ημιδιαφανής, είμαι καθαρός
  2. 02 είμαι καθαρός (για φωνή ή ήχο)
透かす すかす

ρήμα

  1. 01 κοιτάζω μέσα από κάτι
  2. 02 υψώνω προς το φως για να ελέγξω τη διαφάνεια
  3. 03 δημιουργώ άνοιγμα, αφήνω κενό, αφήνω διάκενο μεταξύ γραμμών, αραιώνω τα κλαδιά δέντρων
  4. 04 αερίζομαι αθόρυβα
透視 とうし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βλέπω διαμέσου
  2. 02 ακτινοσκόπηση, φθοροσκόπηση
  3. 03 διόραση, βλέπω διαμέσου (αντικειμένων)
透明感 とうめいかん

ουσιαστικό

  1. 01 αίσθηση διαφάνειας, αίσθηση ημιδιαφάνειας
  2. 02 καθαρή και αμόλυντη αίσθηση (π.χ. φωνής, επιδερμίδας, κ.λπ.), λαμπερή και διαυγής εντύπωση
  3. 03 διαφάνεια (μιας διαδικασίας, δραστηριότητας, κ.λπ.), σαφήνεια για το πώς λειτουργούν τα πράγματα
透過 とうか

επίθετο, ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διείσδυση, διαπερατότητα, μετάδοση
透明度 とうめいど

ουσιαστικό

  1. 01 διαφάνεια, βαθμός καθαρότητας
透明人間 とうめいにんげん

ουσιαστικό

  1. 01 αόρατος άνθρωπος (στην επιστημονική φαντασία κ.ά.)
透く すく

ρήμα

  1. 01 είμαι διαφανής, αφήνω κενό
透徹 とうてつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαφάνεια
  2. 02 διαύγεια, συνοχή
透かし すかし

ουσιαστικό

  1. 01 υδατογράφημα (σε γραμματόσημο, χαρτονόμισμα, κ.λπ.)
  2. 02 διάτρητο σχέδιο (σε χάραξη, σκάλισμα, κ.λπ.)
透明性 とうめいせい

ουσιαστικό

  1. 01 διαφάνεια
透かし彫り すかしぼり

ουσιαστικό

  1. 01 διάτρητο σκάλισμα, σκαλιστό κόσμημα με διάκενα
透け透け すけすけ

επίθετο

  1. 01 διάφανος, διαφανής
透析 とうせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αιμοκάθαρση
透け感 すけかん

ουσιαστικό

  1. 01 διαφάνεια (για ρούχα), αίσθηση ημιδιαφάνειας
透視力 とうしりょく

ουσιαστικό

  1. 01 δύναμη διόρασης
透過性 とうかせい

ουσιαστικό

  1. 01 διαφάνεια, διαπερατότητα
透過率 とうかりつ

ουσιαστικό

  1. 01 διαπερατότητα