4 αποτελέσματα για «遂»

遂げる とげる N1

ρήμα

  1. 01 επιτυγχάνω, κατορθώνω, εκτελώ
  2. 02 καταλήγω σε (συγκεκριμένο) αποτέλεσμα, τελειώνω με
遂行 すいこう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτέλεση, επίτευξη
遂に ついに N3

επίρρημα

  1. 01 επιτέλους, τελικά, στο τέλος
  2. 02 στο τέλος, τελικά, ποτέ (δεν συνέβη)
  1. 01 φέρνω σε πέρας, ολοκληρώνω, τελειώνω
  2. 02 επιτυγχάνω, καταφέρνω, ολοκληρώνω
  3. 03 αποκτώ, φτάνω, επιτυγχάνω
  4. 04 διαπράττω (αυτοκτονία)