149 αποτελέσματα για «遊»

遊ぶ あそぶ N5

ρήμα

  1. 01 παίζω (παιχνίδια, αθλήματα), διασκεδάζω, περνάω καλά
  2. 02 μπλέκομαι, ανακατεύομαι, επιδίδομαι (με το αλκοόλ, τον τζόγο, τις ερωτικές περιπέτειες κ.λπ.)
  3. 03 αδρανώ, τεμπελιάζω, δεν κάνω τίποτα, παραμένω αχρησιμοποίητος
  4. 04 συναντιέμαι (με φίλους), κάνω παρέα, βγαίνω
  5. 05 παραδίδομαι, αφήνομαι (στον τζόγο, το ποτό κ.λπ.)
  6. 06 πηγαίνω (για διασκέδαση ή για σπουδές)
  7. 07 πειράζω (κάποιον), παίζω (με)
  8. 08 ρίχνω σκόπιμα μια μπάλα για να μειώσω τη συγκέντρωση του χτυπητή
遊び あそび N4

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι, παίξιμο
  2. 02 ευχαρίστηση, διασκέδαση, ψυχαγωγία, αναψυχή
  3. 03 τζόγος (σε μηχανισμό, π.χ. σε τιμόνι), κενό, χαλαρότητα
  4. 04 ευελιξία (σε παράσταση, τέχνη κ.λπ.), ελευθερία
  5. 05 άγραφο φύλλο
遊びに来る あそびにくる

άλλο, ρήμα

  1. 01 περνάω, επισκέπτομαι (κάποιον), έρχομαι για παρέα
遊びに行く あそびにいく

άλλο, ρήμα

  1. 01 πηγαίνω ταξίδι, βγαίνω για διασκέδαση, επισκέπτομαι (έναν φίλο)
遊園地 ゆうえんち N2

ουσιαστικό

  1. 01 λούνα παρκ
遊戯 ゆうぎ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παιχνίδι, διασκέδαση
  2. 02 παιχνίδι και χορός (σε νηπιαγωγείο ή δημοτικό σχολείο)
遊び場 あそびば

ουσιαστικό

  1. 01 παιδική χαρά, χώρος παιχνιδιού
遊び相手 あそびあいて

ουσιαστικό

  1. 01 συμπαίκτης, σύντροφος στο παιχνίδι
遊ばす あそばす

ρήμα, άλλο

  1. 01 αφήνω κάποιον να παίξει, διασκεδάζω κάποιον
  2. 02 αφήνω σε αχρηστία, αφήνω ανεκμετάλλευτο, αφήνω να πάει χαμένο
  3. 03 κάνω
  4. 04 κάνω
遊具 ゆうぐ

ουσιαστικό

  1. 01 εξοπλισμός παιχνιδιού, εξοπλισμός παιδικής χαράς
遊撃 ゆうげき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αιφνιδιαστική επίθεση, καταδρομική επίθεση, επιχείρηση αναζήτησης και εξόντωσης, στρατιωτική δράση χωρίς προκαθορισμένο στόχο, επίθεση στον εχθρό ή παροχή βοήθειας σε συμμάχους ανάλογα με τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται
  2. 02 σορτ στοπ, ο παίκτης στη θέση μεταξύ δεύτερης και τρίτης βάσης στο μπέιζμπολ
遊び人 あそびにん

ουσιαστικό

  1. 01 γυναικάς, ακόλαστος, άσωτος, έκλυτος
  2. 02 επαγγελματίας τζογαδόρος
  3. 03 άνθρωπος χωρίς μόνιμη δουλειά, αργόσχολος, παρασιτικός τύπος
遊歩道 ゆうほどう

ουσιαστικό

  1. 01 πεζόδρομος, παραλιακή λεωφόρος
遊女 ゆうじょ

ουσιαστικό

  1. 01 ιερόδουλη, πόρνη
遊び心 あそびごころ

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνιδιάρικη διάθεση, πνεύμα παιχνιδιού
  2. 02 δημιουργική φαντασία
遊び半分 あそびはんぶん

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 για πλάκα, από χόμπι, χωρίς σοβαρό σκοπό
遊び歩く あそびあるく

ρήμα

  1. 01 περιφέρομαι για διασκέδαση, τριγυρίζω, βολτάρω από εδώ και από εκεί
遊牧民 ゆうぼくみん

ουσιαστικό

  1. 01 νομάδας
遊撃隊 ゆうげきたい

ουσιαστικό

  1. 01 μονάδα καταδρομών
遊泳 ゆうえい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κολύμπι, μπάνιο
  2. 02 σταδιοδρομία, ανέλιξη στην κοινωνία