16 αποτελέσματα για «陥»
陥る おちいる
ρήμα
- 01 πέφτω σε (π.χ. μια τρύπα)
- 02 περιπίπτω σε (χάος, κατάθλιψη, δίλημμα, αρρώστια κ.λπ.)
- 03 πέφτω σε (παγίδα κ.λπ.)
- 04 πέφτω, παραδίδομαι, συνθηκολογώ
陥れる おとしいれる
ρήμα
- 01 παγιδεύω (σε δύσκολη κατάσταση), βάζω σε μπελάδες, ρίχνω (π.χ. σε αναταραχή), εξαπατώ, παρασύρω σε παγίδα, στήνω σκευωρία (για έγκλημα)
- 02 καταλαμβάνω (κάστρο, φρούριο κ.λπ.), κυριεύω
- 03 ρίχνω κάτι μέσα
陥落 かんらく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καθίζηση, υποχώρηση, κατάρρευση
- 02 πτώση (πόλης, φρουρίου κ.λπ.), παράδοση
- 03 πτώση (σε θέση, κατάταξη κ.λπ.), υποβιβασμός
- 04 υποχώρηση (σε πειθώ), ενδοτικότητα, πειθόμενος
陥没 かんぼつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καθίζηση, κατάρρευση, υποχώρηση, βύθιση (π.χ. του κρανίου)
陥穽 かんせい
ουσιαστικό
- 01 παγίδα, λακκούβι
陥りやすい おちいりやすい
επίθετο
- 01 επιρρεπής, εύκολος στο να πέσει σε κάτι, τείνων να
陥没骨折 かんぼつこっせつ
ουσιαστικό
- 01 καταγματική βύθιση, καθιζάνον κάταγμα
陥没乳首 かんぼつちくび
ουσιαστικό
- 01 εισέχουσα θηλή, εσώκοιλη θηλή
陥入 かんにゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 καθίζηση, βύθιση, κατάρρευση, υποχώρηση
- 02 εγκόλπωση
陥没湖 かんぼつこ
ουσιαστικό
- 01 λίμνη που σχηματίζεται σε ηφαιστειακή καλδέρα
陥没乳頭 かんぼつにゅうとう
ουσιαστικό
- 01 εισολκή θηλής, αντεστραμμένη θηλή
陥入爪 かんにゅうそう
ουσιαστικό
- 01 εισφρύουσα ονυχία, νύχι που μπαίνει στο δέρμα
陥入吻 かんにゅうふん
ουσιαστικό
- 01 ενδοστρεφόμενη προβοσκίδα (εξωστρεφόμενο προεξέχον όργανο)
陥没呼吸 かんぼつこきゅう
ουσιαστικό
- 01 εισολκή κατά την αναπνοή
陥凹 かんおう
ουσιαστικό
- 01 εντύπωμα, εσοχή, κοιλότητα
陥
- 01 καταρρέω
- 02 πέφτω σε
- 03 υποχωρώ
- 04 αλώνομαι (για κάστρο)
- 05 γλιστρώ σε