15 αποτελέσματα για «際»

さい N3

ουσιαστικό

  1. 01 περίσταση, χρόνος, συνθήκες, στην περίπτωση που, όταν
際に さいに

επίρρημα

  1. 01 σε περίπτωση, κατά τη συγκεκριμένη στιγμή, τώρα που συμβαίνει αυτό
際立つ きわだつ

ρήμα

  1. 01 προεξέχω, διακρίνομαι, ξεχωρίζω, είμαι αξιοσημείωτος, είμαι εντυπωσιακός, είμαι διακεκριμένος
際限 さいげん

ουσιαστικό

  1. 01 όρια, τέλος, περιθώρια
きわ

ουσιαστικό

  1. 01 άκρη, όριο, χείλος, πλευρά
  2. 02 στιγμή, ώρα
際どい きわどい

επίθετο

  1. 01 ριψοκίνδυνος, επικίνδυνος, παράτολμος, οριακός (π.χ. παιχνίδι), στενός (π.χ. νίκη)
  2. 02 προκλητικός, στα όρια του άσεμνου, τολμηρός, λεπτός (π.χ. ερώτηση), αμφίβολος, ύποπτος
  3. 03 ακραίος, σκληρός, βάναυσος
際する さいする

ρήμα

  1. 01 έρχομαι, συμβαίνω
  2. 02 βρίσκομαι σε μια δεδομένη κατάσταση, αντιμετωπίζω
際どいところ きわどいところ

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 παρά τρίχα, οριακή περίπτωση, την τελευταία στιγμή
際物 きわもの

ουσιαστικό

  1. 01 εποχιακά είδη, εποχιακά προϊόντα
  2. 02 προϊόν της μόδας, εμπορεύματα της στιγμής, προϊόν που εκμεταλλεύεται μια τάση
  3. 03 μυθιστόρημα, ταινία, θεατρικό έργο κ.λπ. που πραγματεύεται πρόσφατα γεγονότα ή τάσεις, έργο εφήμερου ενδιαφέροντος, γραπτά παροδικού ενδιαφέροντος
際会 さいかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνάντηση, αντιμετώπιση, σύγκρουση
際限なく続く さいげんなくつづく

άλλο, ρήμα

  1. 01 συνεχίζομαι ατελείωτα, διαιωνίζομαι
際涯 さいがい

ουσιαστικό

  1. 01 όρια, σύνορα, τέλος
際限なく さいげんなく

επίρρημα

  1. 01 εις το άπειρον, ατελεύτητα
際して さいして

άλλο

  1. 01 με την ευκαιρία της, κατά τον χρόνο, όταν, κατά τη διάρκεια
  1. 01 περίσταση, ευκαιρία
  2. 02 πλευρά
  3. 03 άκρη, χείλος
  4. 04 όριο, χείλος
  5. 05 επικίνδυνος
  6. 06 τολμηρός, περιπετειώδης
  7. 07 άσεμνος, απρεπής
  8. 08 καιρός, χρόνος
  9. 09 όταν