9 αποτελέσματα για «霞»
霞む かすむ N1
ρήμα
- 01 καλύπτομαι από ομίχλη, θολώνω
- 02 θολώνω, χάνω τη διαύγειά μου
- 03 επισκιάζομαι, υποσκελίζομαι
霞 かすみ
ουσιαστικό
- 01 καταχνιά (ειδικά την άνοιξη), ομίχλη
- 02 θόλωμα (της όρασης)
霞ヶ関 かすみがせき
ουσιαστικό
- 01 Κασουμιγκασέκι, συνοικία του Τόκιο όπου βρίσκονται τα περισσότερα κυβερνητικά υπουργεία της Ιαπωνίας
- 02 κυβερνητικά υπουργεία (της Ιαπωνίας), ιαπωνική κυβερνητική γραφειοκρατία
霞を食う かすみをくう
άλλο, ρήμα
- 01 ζω από το τίποτα, επιβιώνω χωρίς εισόδημα
霞石 かすみいし
ουσιαστικό
- 01 νεφελίνη
霞桜 かすみざくら
ουσιαστικό
- 01 αγριοκερασιά του είδους Prunus verecunda
霞山椒魚 かすみさんしょううお
ουσιαστικό
- 01 νεφελώδης σαλαμάνδρα (Hynobius nebulosus)
霞堤 かすみてい
ουσιαστικό
- 01 ανοιχτό ανάχωμα
霞
- 01 θολώνω
- 02 θαμπώνω
- 03 θολός, θαμπός