120 αποτελέσματα για «静»

静か しずか N5

επίθετο

  1. 01 ήσυχος, σιωπηλός
  2. 02 αργός, ήρεμος
  3. 03 ήρεμος, γαλήνιος
静寂 せいじゃく

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 σιωπή, ησυχία, γαλήνη
静かに しずかに

επίρρημα, άλλο

  1. 01 ήρεμα, ήσυχα, απαλά, ειρηνικά
  2. 02 σώπα!
静まり返る しずまりかえる

ρήμα

  1. 01 σιγώ εντελώς, νεκρώνω
静けさ しずけさ

ουσιαστικό

  1. 01 ηρεμία, σιωπή, ησυχία, καταλάγιασμα, γαλήνη, γαλήνη (πνευματική)
静止 せいし N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ακινησία, ηρεμία, στάση, παραμονή σε στάση, ακινητοποίηση
静まる しずまる N2

ρήμα

  1. 01 ησυχάζω, γίνομαι σιωπηλός
  2. 02 ηρεμώ, καταλαγιάζω, υποχωρώ, καταστέλλομαι
せい

ουσιαστικό

  1. 01 ακινησία, ηρεμία
  2. 02 ησυχία, γαλήνη
静謐 せいひつ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ειρήνη (ειδικά του κόσμου), ειρήνη και ηρεμία, γαλήνη, ηρεμία
静観 せいかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσεκτική παρατήρηση, επιφυλακτική στάση
静粛 せいしゅく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 σιωπηλός, αθόρυβος, ήσυχος
静める しずめる

ρήμα

  1. 01 ησυχάζω (παιδί, πλήθος κ.λπ.), κάνω να σωπάσει
  2. 02 κατευνάζω (τα νεύρα, τον ενθουσιασμό κ.λπ.), ηρεμώ (τον εαυτό μου), μαλακώνω (τον θυμό κάποιου), γαληνεύω, διευθετώ (π.χ. διαφωνία)
  3. 03 καταστέλλω (εξέγερση, ταραχή, φωτιά κ.λπ.), πνίγω, θέτω υπό έλεγχο
  4. 04 ανακουφίζω (βήχα, πόνο κ.λπ.), καταπραΰνω, μετριάζω, απαλύνω
  5. 05 εξευμενίζω (πνεύμα, ψυχή κ.λπ.), ηρεμώ, γαληνεύω
静岡 しずおか

ουσιαστικό

  1. 01 Σιζουόκα (πόλη, νομός)
静養 せいよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανάρρωση, ξεκούραση
しず

πρόθημα

  1. 01 ήσυχος, γαλήνιος, ακίνητος
静電気 せいでんき

ουσιαστικό

  1. 01 στατικός ηλεκτρισμός
静脈 じょうみゃく

ουσιαστικό

  1. 01 φλέβα
静岡県 しずおかけん

ουσιαστικό

  1. 01 Νομός Σιζουόκα (περιοχή Τσούμπου)
静々 しずしず

επίρρημα

  1. 01 ήσυχα, αργά, με χάρη
静聴 せいちょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσεκτική ακρόαση