14 αποτελέσματα για «鞭»

ムチ

ουσιαστικό

  1. 01 μαστίγιο, βουρδούλι, μάστιγα
  2. 02 ραβδί, μπαστούνι, βέργα, ράβδος, δείκτης
  3. 03 ενθάρρυνση, επίπληξη, ώθηση, κέντρισμα
鞭打つ むちうつ

ρήμα

  1. 01 μαστιγώνω, δέρνω, ραβδίζω, παρακινώ, ενθαρρύνω
鞭打ち むちうち

ουσιαστικό

  1. 01 μαστίγωμα, χτύπημα με μαστίγιο
  2. 02 αυχενικό σύνδρομο (τραυματισμός του αυχένα από απότομη κίνηση)
鞭撻 べんたつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενθάρρυνση, παρακίνηση, παρότρυνση
  2. 02 τιμωρία με μαστίγωμα
鞭毛 べんもう

ουσιαστικό

  1. 01 μαστίγιο
鞭入れ むちいれ

ουσιαστικό

  1. 01 μαστίγωμα, χρήση μαστιγίου
鞭打ち症 むちうちしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αυχενικό σύνδρομο (τραυματισμός του αυχένα λόγω απότομης κίνησης)
鞭毛虫類 べんもうちゅうるい

ουσιαστικό

  1. 01 μαστιγοφόρα
鞭毛虫 べんもうちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 μαστιγοφόρο, μαστιγοφόρο πρωτόζωο
鞭毛藻類 べんもうそうるい

ουσιαστικό

  1. 01 φυτομαστιγοφόρα
鞭をくれる むちをくれる

άλλο, ρήμα

  1. 01 μαστιγώνω, δέρνω
  2. 02 παροτρύνω, ενθαρρύνω
鞭虫 べんちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 βεντσού (Trichuris trichiura)
鞭打 べんだ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μαστίγωμα, μαστιγοφόρηση, ραβδισμός
  1. 01 μαστίγιο
  2. 02 βέργα, ράβδος
  3. 03 μετρητική λέξη για μαστιγώματα