25 αποτελέσματα για «頼»
頼む たのむ N5
ρήμα, επιφώνημα
- 01 ζητώ, παρακαλώ, ικετεύω
- 02 καλώ, παραγγέλνω, κρατώ
- 03 αναθέτω
- 04 βασίζομαι σε
- 05 παρακαλώ, βοήθησέ με
頼る たよる N3
ρήμα
- 01 βασίζομαι σε, στηρίζομαι σε, εξαρτώμαι από, υπολογίζω σε, προσφεύγω σε (για βοήθεια), καταφεύγω σε (για βοήθεια)
頼み たのみ
ουσιαστικό
- 01 αίτημα, χάρη
- 02 εξάρτηση, εμπιστοσύνη, ελπίδα
頼もしい たのもしい N2
επίθετο
- 01 αξιόπιστος, έμπιστος, καθησυχαστικός, ενθαρρυντικός
- 02 ελπιδοφόρος, υποσχόμενος
頼り たより
ουσιαστικό
- 01 εξάρτηση, στήριξη, εμπιστοσύνη
頼りない たよりない
επίθετο
- 01 αναξιόπιστος, αφερέγγυος, αόριστος, ασαφής
- 02 ανήμπορος, αβοήθητος, θλιμμένος, εγκαταλελειμμένος
- 03 ανήσυχος, άβολος
頼りになる たよりになる
άλλο, ρήμα
- 01 είμαι αξιόπιστος
頼りにする たよりにする
άλλο, ρήμα
- 01 βασίζομαι σε κάποιον, υπολογίζω σε κάποιον
頼むから たのむから
άλλο
- 01 σε παρακαλώ, σε ικετεύω, για όνομα του Θεού
頼み込む たのみこむ
ρήμα
- 01 παρακαλώ θερμά
頼みごと たのみごと
ουσιαστικό
- 01 χάρη, αίτημα
頼りがい たよりがい
ουσιαστικό
- 01 αξιοπιστία, φερεγγυότητα, εμπιστοσύνη
頼みの綱 たのみのつな
άλλο, ουσιαστικό
- 01 τελευταία ελπίδα, μοναδικό στήριγμα
頼み だのみ
ουσιαστικό
- 01 εξάρτηση, βασισμένος σε, στηριζόμενος σε
頼み入る たのみいる
ρήμα
- 01 ικετεύω, παρακαλώ θερμά
頼み甲斐 たのみがい
ουσιαστικό
- 01 αξιοπιστία, φερεγγυότητα
頼りに出来る たよりにできる
ρήμα
- 01 είμαι αξιόπιστος, είμαι φερέγγυος
頼母子講 たのもしこう
ουσιαστικό
- 01 αλληλοβοηθητικός χρηματοδοτικός συνεταιρισμός
頼信紙 らいしんし
ουσιαστικό
- 01 έντυπο τηλεγραφήματος, δελτίο τηλεγραφήματος
頼母子 たのもし
ουσιαστικό
- 01 αμοιβαία χρηματοδοτική ένωση