35 αποτελέσματα για «願»

願う ねがう N3

ρήμα, άλλο

  1. 01 επιθυμώ, εύχομαι, ελπίζω
  2. 02 παρακαλώ, ζητώ, ικετεύω, προσεύχομαι
  3. 03 ζητώ να μου γίνει κάτι
願い ねがい N3

ουσιαστικό

  1. 01 επιθυμία, ευχή, ελπίδα
  2. 02 αίτημα, παράκληση, ικεσία, έκκληση
  3. 03 προσευχή
  4. 04 γραπτή αίτηση
願望 がんぼう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επιθυμία, ευχή, πόθος, φιλοδοξία, προσδοκία
がん

ουσιαστικό

  1. 01 προσευχή, ευχή, τάμα
願い事 ねがいごと

ουσιαστικό

  1. 01 ευχή, επιθυμία, αίτημα, δέηση
願ってもない ねがってもない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να ζητήσει κανείς, ακριβώς αυτό που επιθυμεί κάποιος, ευπρόσδεκτος (για νέα), απεσταλμένος από τον ουρανό
願い出る ねがいでる

ρήμα

  1. 01 ζητώ, υποβάλλω αίτηση, καταθέτω αίτημα, υποβάλλω (π.χ. την παραίτησή μου)
願わくば ねがわくば

επίρρημα

  1. 01 εύχομαι, επιθυμώ
願い下げ ねがいさげ

ουσιαστικό

  1. 01 ακύρωση, απόσυρση
  2. 02 απαλλαγή από υποχρέωση, άρνηση, αποποίηση
願ったり叶ったり ねがったりかなったり

ουσιαστικό

  1. 01 όλα πηγαίνουν σύμφωνα με την επιθυμία, ιδανική έκβαση
願掛け がんかけ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τάξιμο (προσευχή σε θεό ή Βούδα)
願書 がんしょ N1

ουσιαστικό

  1. 01 γραπτή αίτηση, έγγραφο αίτημα, αναφορά
  2. 02 γραπτή προσευχή σε ιερό ή βουδιστικό ναό
願わくは ねがわくは

επίρρημα

  1. 01 εύχομαι, επιθυμώ
願い下げる ねがいさげる

ρήμα

  1. 01 αποσύρω μια αίτηση
願わしい ねがわしい

επίθετο

  1. 01 επιθυμητός
願をかける がんをかける

άλλο, ρήμα

  1. 01 κάνω τάμα, προσεύχομαι για την εκπλήρωση μιας επιθυμίας
願い出 ねがいで

ουσιαστικό

  1. 01 αίτηση, αναφορά
願文 がんもん

ουσιαστικό

  1. 01 γραπτή προσευχή για ιερό ή βουδιστικό ναό
願い求める ねがいもとめる

ρήμα

  1. 01 ικετεύω
願意 がんい

ουσιαστικό

  1. 01 ευχή, ελπίδα, αίτηση, παράκληση
  2. 02 σκοπός μιας αίτησης, επιδίωξη μιας αίτησης, περιεχόμενο προσευχής