24 αποτελέσματα για «飼»
飼う かう N3
ρήμα
- 01 έχω (ζώο, κατοικίδιο), ανατρέφω, εκτρέφω, ταΐζω
飼い主 かいぬし
ουσιαστικό
- 01 ιδιοκτήτης κατοικίδιου, κηδεμόνας
飼育 しいく N1
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκτροφή, ανατροφή, μεγάλωμα, φροντίδα ζώου
飼い犬 かいいぬ
ουσιαστικό
- 01 κατοικίδιος σκύλος
飼い猫 かいねこ
ουσιαστικό
- 01 κατοικίδια γάτα
飼い殺し かいごろし
ουσιαστικό
- 01 διατήρηση κατοικιδίου ζώου πέρα από την παραγωγική του ηλικία
- 02 διατήρηση εργαζομένου στη μισθοδοσία χωρίς αξιοποίηση των ικανοτήτων του
飼いならす かいならす
ρήμα
- 01 εξημερώνω (ζώο), εξημερώνω
飼料 しりょう
ουσιαστικό
- 01 ζωοτροφή, τροφή για ζώα
飼育員 しいくいん
ουσιαστικό
- 01 φύλακας ζώων (σε ζωολογικό κήπο ή ενυδρείο), φροντιστής, επόπτης, προσωπικό εκτροφής
飼い葉 かいば
ουσιαστικό
- 01 ζωοτροφή
飼育場 しいくじょう
ουσιαστικό
- 01 εκτροφείο, εκτροφική εγκατάσταση
飼養 しよう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκτροφή, ανατροφή
飼育室 しいくしつ
ουσιαστικό
- 01 χώρος εκτροφής (π.χ. πειραματόζωων), δωμάτιο εκτροφής
飼い葉桶 かいばおけ
ουσιαστικό
- 01 παχνί, ταΐστρα
飼い鳥 かいどり
ουσιαστικό
- 01 κατοικίδιο πτηνό, πουλερικό κλουβιού
飼育箱 しいくばこ
ουσιαστικό
- 01 κλουβί εκτροφής εντόμων
飼い犬に手をかまれる かいいぬにてをかまれる
άλλο, ρήμα
- 01 προδίδομαι από έμπιστο ακόλουθο
飼育瓶 しいくびん
ουσιαστικό
- 01 μπουκάλι για την εκτροφή εντόμων
飼いうさぎ かいうさぎ
ουσιαστικό
- 01 οικόσιτο κουνέλι (Oryctolagus cuniculus domesticus)
- 02 κατοικίδιο κουνέλι
飼いならし かいならし
ουσιαστικό
- 01 εξημέρωση (ενός ζώου), εξημερωτισμός