39 αποτελέσματα για «飽»

飽きる あきる N3

ρήμα, επίθημα

  1. 01 βαριέμαι, κουράζομαι, σιχαίνομαι
  2. 02 χορταίνω
飽くまでも あくまでも

επίρρημα

  1. 01 μέχρι τέλους, μέχρις εσχάτων, μέχρι το τέλος, επίμονα, αμετάπειστα, σταθερά, στον μέγιστο βαθμό
  2. 02 τελικά, πρέπει να θυμόμαστε, μόνο, καθαρά, απλά
飽き足る あきたる

ρήμα

  1. 01 ικανοποιούμαι, ικανοποιούμαι πλήρως
飽く あく

ρήμα

  1. 01 βαριέμαι, κουράζομαι από κάτι, χάνω το ενδιαφέρον μου για κάτι, αγανακτώ με κάτι
  2. 02 ικανοποιούμαι, χορταίνω, κορέννυμαι
飽き飽き あきあき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βαριέμαι, έχω κουραστεί, έχω αγανακτήσει, έχω σιχαθεί
飽きもせず あきもせず

άλλο, επίρρημα

  1. 01 ακούραστα, επίμονα, χωρίς να χάνω το ενδιαφέρον μου
飽和 ほうわ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κορεσμός, κορεσμός (ως αίσθημα πλήρωσης)
飽くまで あくまで N2

επίρρημα

  1. 01 μέχρι τέλους, μέχρι το τέλος, πεισματικά, επίμονα, σταθερά, στο έπακρο
  2. 02 τελικά, εν τέλει, μόνο, καθαρά, απλά
飽き あき

ουσιαστικό

  1. 01 κορεσμός, ανία, πλήξη, βαρεμάρα
飽くなき あくなき

άλλο

  1. 01 ακόρεστος, ακούραστος, επίμονος
飽きっぽい あきっぽい

επίθετο

  1. 01 ευμετάβλητος, επιρρεπής στην ανία, που χάνει γρήγορα το ενδιαφέρον του, ιδιότροπος
飽食 ほうしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 χορταστική κατανάλωση φαγητού, λαιμαργία (για φαγητό), κορεσμός
  2. 02 επάρκεια τροφής, πληθώρα αγαθών (για την καθημερινή διαβίωση)
飽かず あかず

άλλο, επίρρημα

  1. 01 χωρίς να χορταίνω, χωρίς να βαριέμαι, χωρίς να χάνω το ενδιαφέρον μου
飽和状態 ほうわじょうたい

ουσιαστικό

  1. 01 κορεσμός
飽和攻撃 ほうわこうげき

ουσιαστικό

  1. 01 επίθεση κορεσμού
飽きが来る あきがくる

άλλο, ρήμα

  1. 01 βαριέμαι, χάνω το ενδιαφέρον μου, κουράζομαι από κάτι
飽かす あかす

ρήμα

  1. 01 προκαλώ ανία, κουράζω, εξαντλώ, αμβλύνω την κρίση
  2. 02 ξοδεύω πλουσιοπάροχα (και χωρίς λύπη)
飽き足りる あきたりる

ρήμα

  1. 01 ικανοποιούμαι
飽き性 あきしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αστάθεια χαρακτήρα, κυκλοθυμική ιδιοσυγκρασία, άτομο που βαριέται εύκολα
飽満 ほうまん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κορεσμός, υπερπλήρωση