25 αποτελέσματα για «飾»

飾る かざる N4

ρήμα

  1. 01 διακοσμώ, στολίζω, κοσμώ
  2. 02 εκθέτω, επιδεικνύω, τακτοποιώ
  3. 03 σηματοδοτώ (π.χ. την ημέρα με μια νίκη), κοσμώ (π.χ. την πρώτη σελίδα, το εξώφυλλο)
  4. 04 προσποιούμαι (έναν τρόπο συμπεριφοράς), διατηρώ (τα προσχήματα), ωραιοποιώ, στολίζομαι υπερβολικά, είμαι επιδειξίας, είμαι επιτηδευμένος
飾り かざり N3

ουσιαστικό

  1. 01 διακόσμηση, στολίδι, διακοσμητικά
飾り立てる かざりたてる

ρήμα

  1. 01 στολίζω επιδεικτικά, παραφορτώνω με διακοσμητικά, στολίζω υπερβολικά, καλλωπίζω
飾り気のない かざりけのない

άλλο

  1. 01 απλός, ανεπιτήδευτος, φυσικός, χωρίς στόμφο, ειλικρινής, ευθύς
飾り付け かざりつけ

ουσιαστικό

  1. 01 διακόσμηση, στολισμός, διευθέτηση
飾り付ける かざりつける

ρήμα

  1. 01 διακοσμώ, στολίζω
  2. 02 εκθέτω
飾り気 かざりけ

ουσιαστικό

  1. 01 επιτήδευση, επιδεικτικότητα, προσποίηση
飾り物 かざりもの

ουσιαστικό

  1. 01 στολίδι, διακοσμητικό αντικείμενο
  2. 02 εικονικός αρχηγός, ηγέτης χωρίς πραγματική εξουσία
飾り棚 かざりだな

ουσιαστικό

  1. 01 ράφι έκθεσης, βιτρίνα
飾り文字 かざりもじ

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιγραφική γραφή (ειδικά αρχικά γράμματα), διακοσμητικά γράμματα, φανταχτερή γραμματοσειρά
飾りっ気 かざりっけ

ουσιαστικό

  1. 01 επιτήδευση, επιδεικτικότητα, προσποίηση
飾り窓 かざりまど

ουσιαστικό

  1. 01 βιτρίνα, προθήκη καταστήματος
飾り切り かざりぎり

ουσιαστικό

  1. 01 καζάριγκίρι, τεχνική κοπής υλικών, όπως τα λαχανικά, σε διακοσμητικά σχήματα
飾緒 しょくしょ

ουσιαστικό

  1. 01 επιγονάτιο, διακοσμητικό πλεκτό κορδόνι
飾り羽 かざりばね

ουσιαστικό

  1. 01 λοφίο, διακοσμητικό φτερό
飾り皿 かざりざら

ουσιαστικό

  1. 01 διακοσμητικό πιάτο
飾り石 かざりいし

ουσιαστικό

  1. 01 ημιπολύτιμος λίθος, διακοσμητική πέτρα, στολισμένη πέτρα
飾り枠 かざりわく

ουσιαστικό

  1. 01 διακοσμητικό πλαίσιο, διακοσμητικό περιθώριο
飾り職 かざりしょく

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνίτης μεταλλικών διακοσμητικών αντικειμένων
飾り結び かざりむすび

ουσιαστικό

  1. 01 διακοσμητικός κόμπος