45 αποτελέσματα για «駐»
駐車場 ちゅうしゃじょう N4
ουσιαστικό
- 01 χώρος στάθμευσης, πάρκινγκ
駐留 ちゅうりゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στάθμευση (π.χ. στρατευμάτων), φρουρά
駐在 ちゅうざい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαμονή, παραμονή, τοποθέτηση σε θέση εργασίας, υπηρεσιακή εγκατάσταση (στο εξωτερικό κ.λπ.)
- 02 αστυνομικό φυλάκιο, αστυνομικός φυλακίου
駐屯 ちゅうとん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στάθμευση (στρατευμάτων), φρούρηση
駐屯地 ちゅうとんち
ουσιαστικό
- 01 φρουρά, στρατιωτική βάση
駐輪場 ちゅうりんじょう
ουσιαστικό
- 01 χώρος στάθμευσης ποδηλάτων, πάρκινγκ ποδηλάτων
駐車 ちゅうしゃ N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στάθμευση (οχήματος)
駐める とめる
ρήμα
- 01 σταθμεύω
駐在所 ちゅうざいしょ
ουσιαστικό
- 01 αστυνομικό φυλάκιο, οικιακός αστυνομικός σταθμός
駐車スペース ちゅうしゃスペース
ουσιαστικό
- 01 θέση στάθμευσης
駐留軍 ちゅうりゅうぐん
ουσιαστικό
- 01 στρατεύματα κατοχής, δυνάμεις που σταθμεύουν σε ξένο έδαφος
駐在員 ちゅうざいいん
ουσιαστικό
- 01 υπάλληλος γραφείου εξωτερικού, τοπικό προσωπικό, εκπρόσωπος τοπικού γραφείου, αποσπασμένος υπάλληλος
駐輪 ちゅうりん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 σταθμεύω (ποδήλατο ή μοτοσικλέτα)
駐機場 ちゅうきじょう
ουσιαστικό
- 01 πίστα στάθμευσης αεροσκαφών
駐屯所 ちゅうとんじょ
ουσιαστικό
- 01 στρατιωτικός σταθμός, φρουρά
駐在武官 ちゅうざいぶかん
ουσιαστικό
- 01 στρατιωτικός ακόλουθος
駐日大使 ちゅうにちたいし
ουσιαστικό
- 01 πρεσβευτής στην Ιαπωνία
駐車違反 ちゅうしゃいはん
ουσιαστικό
- 01 παράνομη στάθμευση
駐留部隊 ちゅうりゅうぶたい
ουσιαστικό
- 01 φρουρά, στρατιωτική δύναμη στάθμευσης
駐日 ちゅうにち
άλλο
- 01 διαπιστευμένος στην Ιαπωνία (για ξένο πρεσβευτή, κυβερνητικό αξιωματούχο κ.λπ.)