15 αποτελέσματα για «騙»
騙す だます N3
ρήμα
- 01 ξεγελώ, εξαπατώ, παραπλανώ, κοροϊδεύω, κλέβω
- 02 καλοπιάνω, πείθω, ηρεμώ, καθησυχάζω
騙る かたる
ρήμα
- 01 εξαπατώ κάποιον για να του αποσπάσω χρήματα ή περιουσία
- 02 παριστάνω ψευδώς κάποιον άλλον, υποκρίνομαι, σφετερίζομαι (π.χ. όνομα ή τίτλο), παραποιώ (π.χ. σφραγίδα)
騙されやすい だまされやすい
επίθετο
- 01 εύπιστος, αφεδής
騙し だまし
ουσιαστικό
- 01 εξαπάτηση, εξαπάτηση, ξεγέλασμα
騙し合い だましあい
ουσιαστικό
- 01 αλληλοεξαπάτηση
騙り かたり
ουσιαστικό
- 01 απάτη, απάτη (κομπίνα)
騙し騙し だましだまし
άλλο, επίρρημα
- 01 με κάθε δυνατό τέχνασμα, επιστρατεύοντας κάθε γνωστό κόλπο, με κάθε δυνατό τρόπο, με προσεκτική μεταχείριση, προσεκτικά (π.χ. οδηγώντας ένα χαλασμένο όχημα)
騙くらかす だまくらかす
ρήμα
- 01 εξαπατώ, ξεγελάω, κοροϊδεύω
騙し絵 だましえ
ουσιαστικό
- 01 οφθαλμαπάτη, απατηλή εικόνα
騙し合う だましあう
ρήμα
- 01 αλληλοεξαπατώ
騙かす だまかす
ρήμα
- 01 εξαπατώ, ξεγελώ, κοροϊδεύω
騙取 へんしゅ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξαπάτηση, απατεωνιά
騙し込む だましこむ
ρήμα
- 01 εξαπατώ, παγιδεύω
騙されたと思って だまされたとおもって
άλλο
- 01 εμπιστεύσου με και..., πίστεψέ με απλώς και..., σκέψου ότι σε έχουν εξαπατήσει και...
騙
- 01 εξαπατώ