たた

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: はたく

  1. 01 χτυπάω, χαστουκίζω, δέρνω, χτυπώ ελαφρά, χειροκροτώ (τα χέρια), παίζω (τα ντραμς)
  2. 02 επιτίθεμαι, επικρίνω, κατηγορώ, καταδικάζω, σχολιάζω αρνητικά (στο διαδίκτυο)
  3. 03 ανιχνεύω (τις απόψεις κάποιου), εξετάζω προκαταρκτικά
  4. 04 κοπανίζω (κρέας ή ψάρι), ψιλοκόβω
  5. 05 ρίχνω την τιμή, παζαρεύω την τιμή
  6. 06 μιλάω (μεγαλόστομα, προσβλητικά, ανούσια, κ.λπ.)
  7. 07 καλώ, επικαλούμαι (π.χ. μια συνάρτηση)

Παραδείγματα

  • たた

    Χτυπάω τα χέρια μου (χειροκροτώ).

  • かれはドアをたたいた

    Αυτός χτύπησε την πόρτα.

  • 安易あんいにインターネットでひとたたべきではありません。

    Δεν θα πρέπει να επικρίνουμε απερίσκεπτα τους άλλους στο διαδίκτυο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
叩く
Παρόν (ευγενικό)
叩きます
Άρνηση (απλή)
叩かない
Άρνηση (ευγενική)
叩きません
Παρελθόν (απλό)
叩いた
Παρελθόν (ευγενικό)
叩きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
叩かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
叩きませんでした
Τε-μορφή
叩いて
Δυνητική
叩ける
Προστακτική
叩け
Βουλητική
叩こう
Υποθετική (ば)
叩けば