叩く
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: たたく
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ξεσκονίζω, απομακρύνω τη σκόνη
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα χαστουκίζω, χτυπώ με την παλάμη
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα ξοδεύω όλα μου τα χρήματα, σπαταλώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 叩く
- Παρόν (ευγενικό)
- 叩きます
- Άρνηση (απλή)
- 叩かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 叩きません
- Παρελθόν (απλό)
- 叩いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 叩きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 叩かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 叩きませんでした
- Τε-μορφή
- 叩いて
- Δυνητική
- 叩ける
- Προστακτική
- 叩け
- Βουλητική
- 叩こう
- Υποθετική (ば)
- 叩けば
- Υποθετική (たら)
- 叩いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 叩きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 叩くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 叩きなさい
- Παθητική
- 叩かれる
- Αιτιατική
- 叩かせる