弄る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: いじる
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ψηλαφίζω, ψάχνω με τα χέρια (μέσα σε τσέπη, τσάντα, κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 弄る
- Παρόν (ευγενικό)
- 弄ります
- Άρνηση (απλή)
- 弄らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 弄りません
- Παρελθόν (απλό)
- 弄った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 弄りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 弄らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 弄りませんでした
- Τε-μορφή
- 弄って
- Δυνητική
- 弄れる
- Προστακτική
- 弄れ
- Βουλητική
- 弄ろう
- Υποθετική (ば)
- 弄れば
- Υποθετική (たら)
- 弄ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 弄りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 弄るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 弄りなさい
- Παθητική
- 弄られる
- Αιτιατική
- 弄らせる