いだ

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: だく , うだく

  1. 01 επίσημο κρατώ στην αγκαλιά μου (π.χ. ένα μωρό), αγκαλιάζω
  2. 02 έχω (μια σκέψη ή ένα συναίσθημα), κρατώ, τρέφω (υποψίες, αμφιβολίες, μνησικακία, ελπίδες, φιλοδοξία κ.λπ.)

Παραδείγματα

  • あかちゃんをいだきます

    Κρατάω το μωρό στην αγκαλιά μου.

  • ゆめいだいています。

    Τρέφω ένα όνειρο.

  • 将来しょうらいたいする漠然ばくぜんとした不安ふあんこころいだきながら、日々ひびごしています。

    Ζω την καθημερινότητά μου, ενώ ταυτόχρονα τρέφω στην καρδιά μου μια αόριστη ανησυχία για το μέλλον.

Κλίση

Παρόν (απλό)
抱く
Παρόν (ευγενικό)
抱きます
Άρνηση (απλή)
抱かない
Άρνηση (ευγενική)
抱きません
Παρελθόν (απλό)
抱いた
Παρελθόν (ευγενικό)
抱きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
抱かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
抱きませんでした
Τε-μορφή
抱いて
Δυνητική
抱ける
Προστακτική
抱け
Βουλητική
抱こう
Υποθετική (ば)
抱けば