επίθημα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ふり

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα τρόπος, στυλ, στάση
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα για πρώτη φορά μετά από (π.χ. δέκα χρόνια)
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα με μέγεθος... (ισοδύναμο με...)
  4. 04 συνήθως γραμμένο με κάνα επίθημα μελωδία, τόνος