はだける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: あける , ひらける

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα ανοίγω (π.χ. τη ρόμπα μου), αποκαλύπτω (π.χ. το στήθος μου), εκθέτω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ανοίγω (για ρούχα), αποκαλύπτομαι
  3. 03 αρχαϊκό συνήθως γραμμένο με κάνα ανοίγω διάπλατα (πόδια, μάτια, στόμα κ.λπ.), τεντώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
開ける
Παρόν (ευγενικό)
開けます
Άρνηση (απλή)
開けない
Άρνηση (ευγενική)
開けません
Παρελθόν (απλό)
開けた
Παρελθόν (ευγενικό)
開けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
開けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
開けませんでした
Τε-μορφή
開けて
Δυνητική
開けられる
Προστακτική
開けろ
Βουλητική
開けよう
Υποθετική (ば)
開ければ