29 αποτελέσματα για «併»

併設 へいせつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνεγκατάσταση (ιδίως σχολείων διαφορετικών βαθμίδων ή διαφορετικών κύκλων σπουδών), ίδρυση ως παράρτημα (π.χ. σχολείου), παράθεση, τοποθέτηση πλάι πλάι
併せ持つ あわせもつ

ρήμα

  1. 01 συνδυάζω, κατέχω ταυτόχρονα δύο πράγματα (π.χ. καλά και κακά σημεία), διαθέτω επίσης κάτι (επιπλέον κάποιου άλλου)
併用 へいよう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνδυαστική χρήση, παράλληλη χρήση, ταυτόχρονη χρήση
併合 へいごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συγχώνευση, ένωση σε ένα, ανάμειξη, συνένωση, συνένωση, προσάρτηση, απορρόφηση
併発 へいはつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ταυτόχρονη εμφάνιση, σύμπτωση, επιπλοκή (σε ασθένεια)
併呑 へいどん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσάρτηση, απορρόφηση, συγχώνευση, κατάποση
併記 へいき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράλληλη αναγραφή, ταυτόχρονη καταγραφή, αναγραφή και των δύο
併存 へいぞん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνύπαρξη
併願 へいがん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποβάλλω αίτηση για την εισαγωγή σε περισσότερα από ένα σχολεία
併殺 へいさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διπλό παιχνίδι (στο μπέιζμπολ)
併せ考える あわせかんがえる

ρήμα

  1. 01 συνεξετάζω, λαμβάνω υπόψη συνδυαστικά
併置 へいち

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράθεση, τοποθέτηση το ένα δίπλα στο άλλο, παράλληλη διεξαγωγή (π.χ. μαθημάτων)
併用療法 へいようりょうほう

ουσιαστικό

  1. 01 συνδυαστική θεραπεία
併読 へいどく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ταυτόχρονη ανάγνωση δύο ή περισσότερων βιβλίων κ.λπ., συνδρομή σε περισσότερες από μία εφημερίδες
併有 へいゆう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνυπάρχω, κατέχω ταυτόχρονα
併録 へいろく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συμπερίληψη (ενός επιπλέον έργου) στο ίδιο βιβλίο, DVD κ.λπ.
併称 へいしょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ταξινομώ μαζί, κατατάσσω από κοινού
併売 へいばい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράλληλη πώληση (π.χ. παλαιών και νέων μοντέλων), πώληση (σχετικών προϊόντων) το ένα δίπλα στο άλλο
  2. 02 πώληση (του ίδιου προϊόντος) σε παραπάνω από ένα μέρη (π.χ. διαδικτυακά και σε φυσικό κατάστημα)
併合罪 へいごうざい

ουσιαστικό

  1. 01 συρροή εγκλημάτων
併発症 へいはつしょう

ουσιαστικό

  1. 01 επιπλοκή (σε ασθένεια)