36 αποτελέσματα για «叩»

叩く たたく N3

ρήμα

  1. 01 χτυπάω, χαστουκίζω, δέρνω, χτυπώ ελαφρά, χειροκροτώ (τα χέρια), παίζω (τα ντραμς)
  2. 02 επιτίθεμαι, επικρίνω, κατηγορώ, καταδικάζω, σχολιάζω αρνητικά (στο διαδίκτυο)
  3. 03 ανιχνεύω (τις απόψεις κάποιου), εξετάζω προκαταρκτικά
  4. 04 κοπανίζω (κρέας ή ψάρι), ψιλοκόβω
  5. 05 ρίχνω την τιμή, παζαρεύω την τιμή
  6. 06 μιλάω (μεγαλόστομα, προσβλητικά, ανούσια, κ.λπ.)
  7. 07 καλώ, επικαλούμαι (π.χ. μια συνάρτηση)
叩きつける たたきつける

ρήμα

  1. 01 ρίχνω βίαια πάνω σε, χτυπώ δυνατά, κοπανάω, πετάω με δύναμη, εκσφενδονίζω (π.χ. στο πάτωμα)
  2. 02 πετάω απότομα σε κάποιον (π.χ. ένα γράμμα)
叩き込む たたきこむ

ρήμα

  1. 01 καρφώνω (π.χ. ένα καρφί σε μια σανίδα), χτυπώ μέσα (π.χ. ένα χόουμ ραν στις κερκίδες)
  2. 02 ρίχνω μέσα (π.χ. στη φυλακή)
  3. 03 ενσταλάζω (σε κάποιον) (μια ιδέα, μια δεξιότητα κ.λπ.), εμφυσώ, εμπεδώνω
叩き潰す たたきつぶす

ρήμα

  1. 01 χτυπώ και συνθλίβω, συντρίβω, πολτοποιώ
  2. 02 νικώ κατά κράτος, συντρίβω (αντίπαλο, ελπίδες κ.λπ.)
叩き落とす たたきおとす

ρήμα

  1. 01 ρίχνω κάτω χτυπώντας, γκρεμίζω
叩きのめす たたきのめす

ρήμα

  1. 01 ρίχνω κάτω, ξυλοκοπώ μέχρι τελικής πτώσης
叩き出す たたきだす

ρήμα

  1. 01 αρχίζω να χτυπώ
  2. 02 πετώ έξω, εκδιώκω βίαια, απολύω
  3. 03 σφυρηλατώ (μοτίβο, κ.λπ.) σε μέταλλο
叩き起こす たたきおこす

ρήμα

  1. 01 ταρακουνώ για να ξυπνήσω κάποιον, βγάζω κάποιον βίαια από το κρεβάτι
  2. 02 ξυπνώ κάποιον χτυπώντας την πόρτα
叩き割る たたきわる

ρήμα

  1. 01 συντρίβω, σπάω σε κομμάτια
叩き伏せる たたきふせる

ρήμα

  1. 01 ρίχνω κάτω
  2. 02 συντρίβω, κατατροπώνω
叩き たたき

ουσιαστικό

  1. 01 ψιλοκομμένο ψάρι ή κρέας (ενίοτε ελαφρώς σοταρισμένο), κιμάς
  2. 02 χτύπημα (π.χ. τυμπάνου), κρούση, ξυλοδαρμός, αυτός που χτυπά κάτι
  3. 03 κατηγορία, δριμεία κριτική, επίθεση
  4. 04 ληστεία, εκβιασμός
  5. 05 προσχέδιο για συζήτηση, αρχική πρόταση, δοκιμαστικό πλάνο
  6. 06 μαστίγωμα (τιμωρία της περιόδου Έντο), μαστίγωση, ραβδισμός
叩き壊す たたきこわす

ρήμα

  1. 01 γκρεμίζω, συντρίβω
叩き切る たたききる

ρήμα

  1. 01 τεμαχίζω, κόβω (καυσόξυλα, κρέας κ.λπ.), αποκεφαλίζω
叩き合う たたきあう

ρήμα

  1. 01 αλληλοχτυπιέμαι, έρχομαι στα χέρια, παλεύω
  2. 02 λέω ο ένας στον άλλον (άσκοπα πράγματα, αστειότητες κ.λπ.)
叩き直す たたきなおす

ρήμα

  1. 01 επαναφέρω στο σωστό σχήμα με χτυπήματα
  2. 02 διορθώνω (μια κακή συνήθεια, χαρακτηριστικό γνώρισμα κ.λπ.) μέσω της πειθαρχίας, συνετίζω (κάποιον)
叩き返す たたきかえす

ρήμα

  1. 01 απωθώ με χτύπημα, ανταποδίδω το χτύπημα
  2. 02 κερδίζω εκδικητικά, νικώ ως αντίποινα
叩き上げ たたきあげ

ουσιαστικό

  1. 01 σταδιακή ανέλιξη μέσω σκληρής εργασίας
  2. 02 αυτοδημιούργητο άτομο, βετεράνος
叩き殺す たたきころす

ρήμα

  1. 01 σκοτώνω κάποιον χτυπώντας τον
叩頭 こうとう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κοουτό (υπόκλιση από γονατιστή θέση κατά την οποία το μέτωπο ακουμπά στο έδαφος)
叩く はたく N1

ρήμα

  1. 01 ξεσκονίζω, απομακρύνω τη σκόνη
  2. 02 χαστουκίζω, χτυπώ με την παλάμη
  3. 03 ξοδεύω όλα μου τα χρήματα, σπαταλώ