39 αποτελέσματα για «吊»
吊り上げる つりあげる
ρήμα
- 01 σηκώνω (με γερανό, σχοινιά κ.λπ.), ανυψώνω, ανεβάζω
- 02 χειραγωγώ (τιμή) προς τα πάνω, αυξάνω (τεχνητά), ωθώ προς τα πάνω, φουσκώνω, εκτινάσσω
吊る つる N2
ρήμα
- 01 κρεμώ, αναρτώ, αναρτώ σε ιμάντα, φέρω (π.χ. σπαθί), τοποθετώ (π.χ. ράφι)
- 02 αυτοκτονώ με απαγχονισμό
- 03 ανασηκώνω τον αντίπαλο από τα πόδια του πιάνοντάς τον από το περίζωμα
- 04 στρέφω προς τα πάνω, είναι σχιστά (για τα μάτια)
- 05 σουρώνω, μαζεύω (π.χ. μια ραφή), τεντώνομαι υπερβολικά
吊るす つるす
ρήμα
- 01 κρεμάω, αναρτώ
吊り下げる つりさげる
ρήμα
- 01 κρεμώ, αναρτώ, αιωρώ
吊り橋 つりばし
ουσιαστικό
- 01 κρεμαστή γέφυρα, γέφυρα με σκοινιά
吊るし上げる つるしあげる
ρήμα
- 01 υψώνω, ανεβάζω
- 02 επιπλήττω έντονα, επικρίνω ομαδικά, υποβάλλω σε άτυπη δίκη, βασανίζω με εχθρικές ερωτήσεις
吊り下がる つりさがる
ρήμα
- 01 κρέμομαι, αιωρούμαι
吊り つり
ουσιαστικό
- 01 κρέμασμα, ανάρτηση
- 02 αιώρα, ιμάντας ανάρτησης
吊り上げ つりあげ
ουσιαστικό
- 01 μηχανισμός που χρησιμοποιείται για την ανύψωση ηθοποιού στη σκηνή (στο καμπούκι)
吊るし上げ つるしあげ
ουσιαστικό
- 01 κρέμασμα, ανασήκωμα
- 02 καταγγελία, αυστηρή κριτική, δίκη παρωδία
吊り天井 つりてんじょう
ουσιαστικό
- 01 ψευδοροφή
吊り輪 つりわ
ουσιαστικό
- 01 κρίκοι (ενόργανη γυμναστική)
吊り紐 つりひも
ουσιαστικό
- 01 σχοινί (ειδικά για την ανάρτηση κάποιου αντικειμένου)
吊し つるし
ουσιαστικό
- 01 έτοιμα ενδύματα, ρούχα από το ράφι, μεταχειρισμένα ρούχα, ρούχα από δεύτερο χέρι
- 02 κρέμασμα
吊り広告 つりこうこく
ουσιαστικό
- 01 διαφημιστική αφίσα που κρέμεται πάνω από τον κεντρικό διάδρομο τρένου, λεωφορείου κ.λπ.
吊りスカート つりスカート
ουσιαστικό
- 01 φούστα με τιράντες
吊り籠 つりかご
ουσιαστικό
- 01 γόνδολα
吊り戸棚 つりとだな
ουσιαστικό
- 01 κρεμαστό ντουλάπι, επιτοίχιο ντουλάπι
吊り手 つりて
ουσιαστικό
- 01 αναρτήρας (π.χ. για κουνουπιέρα), κρεμαστό λουρί
- 02 ψαράς, αλιέας
- 03 ανυψωτικό χέρι (τζούντο)
吊りランプ つりランプ
ουσιαστικό
- 01 κρεμαστό φωτιστικό, φωτιστικό οροφής, πολύφωτο, λάμπα οροφής