6 αποτελέσματα για «蕩»

蕩ける とろける

ρήμα

  1. 01 λιώνω (και γίνομαι μαλακός ή ρευστός)
  2. 02 μαγεύομαι (από), γοητεύομαι, σαγηνεύομαι
蕩かす とろかす

ρήμα

  1. 01 λιώνω (ατσάλι κ.ά.), υγροποιώ, μαλακώνω
  2. 02 λιώνω (την καρδιά κάποιου), αφοπλίζω
蕩々 とうとう

άλλο, επίρρημα

  1. 01 τεράστιος, απέραντος
  2. 02 ήρεμος, γαλήνιος
蕩尽 とうじん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 σπατάλη, διασπάθιση
蕩児 とうじ

ουσιαστικό

  1. 01 άσωτος, ακόλαστος
  1. 01 λιώνω
  2. 02 γοητεύομαι
  3. 03 γοητευμένος