75 αποτελέσματα για «並»

並ぶ ならぶ N5

ρήμα

  1. 01 παρατάσσομαι, στέκομαι στην ουρά
  2. 02 ανταγωνίζομαι, συγκρίνομαι, ισοφαρίζω
並べる ならべる N5

ρήμα

  1. 01 παρατάσσω, στοιχίζω, στήνω, τακτοποιώ σε σειρά
  2. 02 απαριθμώ, αναφέρω αναλυτικά
  3. 03 είμαι ίσος, συγκρίνομαι ευνοϊκά, είμαι το ίδιο καλός
なみ N3

ουσιαστικό

  1. 01 μέσος, μέτριος, συνηθισμένος, κοινός, απλός
  2. 02 μέτρια ποιότητα (προϊόντος), κανονική ποιότητα
  3. 03 στο ίδιο επίπεδο με, ίσος με, ισοδύναμος με, ισάξιος με
  4. 04 κάθε (π.χ. μήνα)
  5. 05 σειρά από (π.χ. δόντια, σπίτια)
並行 へいこう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βαδίζω παράλληλα, προχωρώ δίπλα-δίπλα
  2. 02 συμβαίνω ταυτόχρονα, εξελίσσομαι παράλληλα, συντρέχω
並び ならび

ουσιαστικό

  1. 01 γραμμή, σειρά, κατάταξη, λίστα
並びに ならびに N1

σύνδεσμος

  1. 01 καθώς και, και, τόσο ... όσο και
並大抵 なみたいてい

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 συνηθισμένος, μέτριος, κοινότοπος
並び立つ ならびたつ

ρήμα

  1. 01 στέκομαι σε σειρά, παρατάσσομαι
  2. 02 ισούμαι, συναγωνίζομαι
並木 なみき N2

ουσιαστικό

  1. 01 δενδροστοιχία, σειρά δέντρων κατά μήκος του δρόμου
並べ立てる ならべたてる

ρήμα

  1. 01 παρατάσσω στη σειρά, τοποθετώ στη σειρά
  2. 02 απαριθμώ, παραθέτω
  3. 03 φλυαρώ, λέω ασυναρτησίες, αραδιάζω ψέματα
並々ならぬ なみなみならぬ

άλλο

  1. 01 εξαιρετικός, ασυνήθιστος
並列 へいれつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράταξη σε σειρά, παράθεση σε σειρά
  2. 02 παράλληλος (ηλεκτρονικά, υπολογιστές, κ.λπ.)
並外れる なみはずれる

ρήμα

  1. 01 είμαι ασυνήθιστος, είμαι εξαιρετικός
並走 へいそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παράλληλη κίνηση, κίνηση δίπλα-δίπλα, διατήρηση ρυθμού (με κάποιον)
並木道 なみきみち

ουσιαστικό

  1. 01 δενδροστοιχία, λεωφόρος, δρόμος με δέντρα
並々 なみなみ

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 συνηθισμένος, κοινότοπος
並み居る なみいる

ρήμα

  1. 01 παρατάσσομαι σε σειρά, είμαι παρών (και παραταγμένος)
並べ替える ならべかえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αναδιατάσσω, ανακατατάσσω, μετακινώ, ταξινομώ, συγκρίνω (έγγραφα ή σελίδες)
並べ直す ならべなおす

ρήμα

  1. 01 αναδιατάσσω, επαναδιατάσσω, βάζω ξανά σε σειρά
並べ方 ならべかた

ουσιαστικό

  1. 01 διάταξη, τακτοποίηση