171 αποτελέσματα για «付»

付き合う つきあう

ρήμα

  1. 01 συναναστρέφομαι, κάνω παρέα, βγαίνω με, είμαι σε σχέση, τα πηγαίνω καλά
  2. 02 ακολουθώ, συνοδεύω, συμβιβάζομαι
付く つく N3

ρήμα, επίθημα

  1. 01 είμαι προσκολλημένος, είμαι συνδεδεμένος, κολλάω, προσκολλώμαι
  2. 02 αποτυπώνομαι, μένω σημάδι, λεκιάζομαι, βάφομαι
  3. 03 αποδίδω (π.χ. καρπούς, τόκο), παράγω
  4. 04 αποκτώμαι (για συνήθεια, ικανότητα), δυναμώνω (για δύναμη)
  5. 05 ριζώνω
  6. 06 συνοδεύω, ακολουθώ, μαθητεύω κοντά σε
  7. 07 τάσσομαι με, ανήκω σε
  8. 08 κατέχω, στοιχειώνω
  9. 09 ανάβω, παίρνω φωτιά
  10. 10 διευθετούμαι, λύνομαι, αποφασίζομαι
  11. 11 δίνομαι (για όνομα), ορίζομαι (για τιμή)
  12. 12 γίνομαι αντιληπτός, αισθάνομαι
  13. 13 είμαι τυχερός, έχω τύχη
  14. 14 γίνομαι (μια κατάσταση, συνθήκη)
付ける つける N3

ρήμα, επίθημα

  1. 01 συνδέω, ενώνω, προσθέτω, προσαρτώ, κολλώ, στερεώνω, ράβω πάνω, αλείφω (κρέμα), ακουμπώ
  2. 02 επιπλώνω, εξοπλίζω
  3. 03 φορώ, βάζω
  4. 04 κρατώ ημερολόγιο, καταχωρώ, σημειώνω
  5. 05 εκτιμώ, καθορίζω (μια τιμή)
  6. 06 κατανέμω, προϋπολογίζω, αναθέτω
  7. 07 φέρνω δίπλα
  8. 08 τοποθετώ (υπό φρούρηση ή ιατρική επίβλεψη)
  9. 09 ακολουθώ, παρακολουθώ
  10. 10 φορτώνω, δίνω (κουράγιο)
  11. 11 προσέχω, επιβλέπω
  12. 12 καθιερώνω, δημιουργώ (σχέσεις ή κατανόηση)
  13. 13 ανάβω, ανοίγω
  14. 14 βγάζω άνθη, καρποφορώ
  15. 15 επισυνάπτω, προσαρτώ
  16. 16 κάνω έντονα, δυνατά
  17. 17 συνηθίζω
付近 ふきん N2

ουσιαστικό

  1. 01 γειτονιά, περιοχή, περίχωρα, γύρω περιοχή, συνοικία
付き つき

ουσιαστικό

  1. 01 εφοδιασμένος με, περιλαμβάνοντας
  2. 02 προσαρτημένος σε, συνδεδεμένος με
  3. 03 εντύπωση, εμφάνιση
  4. 04 τύχη
  5. 05 κοινωνικότητα
  6. 06 υφιστάμενος, βοηθός (π.χ. σε διευθυντή)
  7. 07 βάση σούπας
付き合い つきあい N3

ουσιαστικό

  1. 01 συναναστροφή, παρέα, σχέση, συντροφικότητα
付け加える つけくわえる N1

ρήμα

  1. 01 προσθέτω, συμπληρώνω (π.χ. λόγια, εξηγήσεις)
付き添う つきそう

ρήμα

  1. 01 παρευρίσκομαι σε, υπηρετώ, συνοδεύω, escorte, συνοδεύω ως κηδεμόνας
付け つけ

ουσιαστικό

  1. 01 λογαριασμός, τιμολόγιο, απόδειξη πληρωμής
  2. 02 βερεσέ, πίστωση
  3. 03 προσάρτηση, επαφή
  4. 04 ήχος που παράγεται χτυπώντας μια ξύλινη σανίδα με κρόταλα
  5. 05 γράμμα
  6. 06 λόγος, κίνητρο, πρόφαση
  7. 07 τύχη, μοίρα
付与 ふよ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παροχή, χορήγηση, επιχορήγηση, απόδοση, ανάθεση, απονομή
付着 ふちゃく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πρόσφυση, προσκόλληση, συνάφεια, συγκόλληση
付け根 つけね

ουσιαστικό

  1. 01 ρίζα, άρθρωση, βάση, καβάλος
付け足す つけたす

ρήμα

  1. 01 προσθέτω, συμπληρώνω, επισυνάπτω
付き従う つきしたがう

ρήμα

  1. 01 ακολουθώ, συνοδεύω
  2. 02 υπηρετώ, εργάζομαι υπό τις διαταγές κάποιου, υπακούω
付きまとう つきまとう

ρήμα

  1. 01 ακολουθώ κατά πόδας, σκιάζω, έρχομαι μαζί
  2. 02 καταδιώκω (π.χ. συναίσθημα, αποτυχία), στοιχειώνω
付き添い つきそい

ουσιαστικό

  1. 01 συνοδεία, επιτήρηση
  2. 02 συνοδός, ακόλουθος, φρουρά, κηδεμόνας
付属 ふぞく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσκολλώμαι, υπάγομαι, ανήκω, συνοδεύω
  2. 02 προσκολλημένο σχολείο, συνεργαζόμενο σχολείο
付随 ふずい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 παρεπόμενος, συνοδευόμενος από, παράπλευρος, προσαρτημένος σε
付け入る つけいる

ρήμα

  1. 01 εκμεταλλεύομαι (κάποιου τις αδυναμίες, την απροσεξία κ.λπ.), καταχρώμαι
付加 ふか

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσθήκη, προσάρτημα, παράρτημα