67 αποτελέσματα για «仲»
仲間 なかま N3
ουσιαστικό
- 01 σύντροφος, φίλος, συνάδελφος, συνεργάτης
- 02 ομάδα, παρέα, κύκλος (ατόμων), σύνολο
- 03 μέλος της ίδιας κατηγορίας (οικογένειας, τάξης)
仲良く なかよく
επίρρημα
- 01 σε καλές σχέσεις (με), φιλικά (με), τα πάω καλά, αρμονικά, ευτυχισμένα, ειρηνικά
仲 なか N3
ουσιαστικό
- 01 σχέση
仲間たち なかまたち
ουσιαστικό
- 01 σύντροφοι, φίλοι, συναγωνιστές, φιλαράκια, συνεργάτες
仲直り なかなおり N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 συμφιλίωση, τα ξαναβρίσκω, ξαναγίνομαι φίλος/φίλοι, κάνω ειρήνη
仲良し なかよし N2
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 στενή φιλία, στενός φίλος, καλός φίλος, κολλητός, αδελφικός φίλος, φιλαράκος
- 02 στενές σχέσεις, σεξουαλική επαφή, σεξ
仲がいい なかがいい
άλλο, επίθετο
- 01 στενός, οικείος, αγαπημένος, με καλές σχέσεις
仲の良い なかのよい
άλλο, επίθετο
- 01 στενός (π.χ. αναφορικά με τη σχέση), οικείος
仲いい なかいい
άλλο, επίθετο
- 01 στενός, οικείος, με καλές σχέσεις
仲が悪い なかがわるい
άλλο, επίθετο
- 01 έχω κακές σχέσεις, είμαι στα μαχαίρια
仲裁 ちゅうさい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διαιτησία, μεσολάβηση, διαμεσολάβηση
仲睦まじい なかむつまじい
επίθετο
- 01 αρμονικός, στενός
仲介 ちゅうかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αντιπροσωπεία, διαμεσολάβηση
仲間入り なかまいり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ένταξη σε ομάδα, γίνομαι μέλος, εισέρχομαι στις τάξεις
仲間内 なかまうち
ουσιαστικό
- 01 εντός του κύκλου των φίλων κάποιου, μέσα στην παρέα κάποιου
仲間割れ なかまわれ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 διάσταση μεταξύ φίλων, ρήξη, εσωτερική διχόνοια
仲間はずれ なかまはずれ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποκλεισμός, κοινωνική απομόνωση
仲違い なかたがい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 παρεξήγηση, καυγάς, διχόνοια, αποξένωση, κακές σχέσεις
仲間同士 なかまどうし
ουσιαστικό
- 01 ομότιμοι, φίλοι, συνάδελφοι, σύντροφοι
仲間意識 なかまいしき
ουσιαστικό
- 01 αίσθημα συντροφικότητας, συναδελφικό πνεύμα