36 αποτελέσματα για «伸»

伸びる のびる N3

ρήμα

  1. 01 τεντώνομαι, απλώνομαι, μακραίνω, ψηλώνω, μεγαλώνω (για μαλλιά, ύψος, χορτάρι κ.λπ.)
  2. 02 ισιώνω, απλώνομαι, λειαίνω
  3. 03 απλώνομαι (για μπογιά, κρέμα κ.λπ.)
  4. 04 τεντώνω, απλώνω (π.χ. το χέρι), εκτείνομαι
  5. 05 χάνω την ελαστικότητά μου, χαλαρώνω, λασπώνω, μαλακώνω (π.χ. τα μακαρόνια)
  6. 06 προοδεύω, αναπτύσσομαι, επεκτείνομαι, αυξάνομαι, βελτιώνομαι
  7. 07 εξαντλούμαι, ζαλίζομαι, λιποθυμώ, σωριάζομαι, καταρρέω
  8. 08 παρατείνομαι (για συνάντηση, διάρκεια ζωής, προθεσμία κ.λπ.), μακραίνω (π.χ. οι μέρες)
  9. 09 αναβάλλομαι, καθυστερώ
  10. 10 αποκτώ απήχηση, μαζεύω προβολές, πηγαίνω καλά (για διαδικτυακή ανάρτηση, βίντεο κ.λπ.)
伸ばす のばす N3

ρήμα

  1. 01 αφήνω να μακρύνει (π.χ. μαλλιά, νύχια), μεγαλώνω
  2. 02 μακραίνω, επιμηκύνω, τεντώνω, εκτείνω
  3. 03 απλώνω (π.χ. το χέρι), τείνω
  4. 04 ισιώνω, λειαίνω
  5. 05 απλώνω ομοιόμορφα (π.χ. ζύμη, κρέμα)
  6. 06 αραιώνω, διαλύω
  7. 07 αναβάλλω
  8. 08 παρατείνω
  9. 09 ενισχύω, αναπτύσσω, επεκτείνω
伸びをする のびをする

άλλο, ρήμα

  1. 01 τεντώνω το σώμα μου
伸び のび

ουσιαστικό

  1. 01 ανάπτυξη, εξέλιξη
  2. 02 τέντωμα (του σώματος, π.χ. όταν ξυπνάει κάποιος)
  3. 03 άπλωμα (ικανότητα επάλειψης, π.χ. χρώματος, κρέμας)
  4. 04 επιμήκυνση, επέκταση, διάρκεια (π.χ. ήχου), κράτημα
  5. 05 νόμπι, σταθερή επέκταση, παχιά επέκταση
伸び上がる のびあがる

ρήμα

  1. 01 τεντώνομαι, φτάνω ψηλά, στέκομαι στις μύτες των ποδιών μου
伸縮 しんしゅく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαστολή και συστολή, ελαστικότητα, ευκαμψία
伸び伸び のびのび

επίρρημα, ρήμα

  1. 01 άνετα, ήρεμα, ελεύθερα, με ήσυχο το μυαλό, χωρίς περιορισμούς, ψύχραιμα, χωρίς ανησυχίες, με χαλαρό τρόπο, με ξέγνοιαστο τρόπο
  2. 02 ραγδαία (για ανάπτυξη)
伸びやか のびやか

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 άνετος, ανέμελος
伸び悩む のびなやむ

ρήμα

  1. 01 παρουσιάζω στασιμότητα, σημειώνω μικρή πρόοδο, δείχνω περιορισμένη ανάπτυξη, αποτυγχάνω να βελτιωθώ, σταθεροποιούμαι, δεν αναπτύσσομαι όσο αναμενόταν
伸す のす

ρήμα

  1. 01 τεντώνω, εκτείνω, επιμηκύνω, εξαπλώνω
  2. 02 αποκτώ επιρροή, γίνομαι ισχυρότερος, αυξάνομαι (π.χ. σε εμβέλεια)
  3. 03 προχωρώ παραπέρα, επεκτείνω το ταξίδι μου
  4. 04 λειαίνω, ξεδιπλώνω, απλώνω (κάτι διπλωμένο)
  5. 05 σιδερώνω (ζάρες)
  6. 06 βγάζω νοκ άουτ, ρίχνω κάτω
伸縮性 しんしゅくせい

ουσιαστικό

  1. 01 ελαστικότητα
伸び縮み のびちぢみ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαστολή και συστολή, ελαστικότητα, ευκαμψία
伸縮自在 しんしゅくじざい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ελαστικός, εύκαμπτος, τηλεσκοπικός, επεκτάσιμος, ανασυρόμενος, εκτατός
伸長 しんちょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επέκταση, επιμήκυνση, τέντωμα
伸子 しんし

ουσιαστικό

  1. 01 τεντωτήρας (στον αργαλειό), σινσί (τεντωτήρας υφάσματος)
伸し掛かる のしかかる

ρήμα

  1. 01 πέφτω πάνω σε κάποιον (και τον καλύπτω με το σώμα μου), σκύβω πάνω από κάποιον, στηρίζομαι πάνω σε κάποιον (με το βάρος μου)
  2. 02 βαραίνω κάποιον, πιέζω κάποιον (με το βάρος ή το βάρος των ευθυνών), πέφτω βαρύς πάνω σε κάποιον
伸び率 のびりつ

ουσιαστικό

  1. 01 ρυθμός ανάπτυξης
  2. 02 ποσοστό επιμήκυνσης
伸び盛り のびざかり

ουσιαστικό

  1. 01 περίοδος ανάπτυξης, φάση ταχείας ανάπτυξης
伸るか反るか のるかそるか

άλλο, επίρρημα, ουσιαστικό

  1. 01 κορώνα ή γράμματα, όλα για όλα, τοις μετρητοίς ή θάνατος
伸展 しんてん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επέκταση, διεύρυνση