194 αποτελέσματα για «作»

作る つくる N5

ρήμα

  1. 01 κάνω, φτιάχνω, παράγω, κατασκευάζω, χτίζω
  2. 02 ετοιμάζω (φαγητό), παρασκευάζω (αλκοόλ)
  3. 03 ανατρέφω, μεγαλώνω, καλλιεργώ, εκπαιδεύω
  4. 04 καλλιεργώ, οργώνω
  5. 05 συντάσσω (ένα έγγραφο), ετοιμάζω, γράφω
  6. 06 δημιουργώ (ένα καλλιτεχνικό έργο κ.λπ.), συνθέτω
  7. 07 επινοώ (μια φράση), οργανώνω, ιδρύω, συστήνω
  8. 08 κάνω (παιδί)
  9. 09 μακιγιάρω (το πρόσωπό μου κ.λπ.)
  10. 10 επινοώ, κατασκευάζω (μια δικαιολογία κ.λπ.)
  11. 11 προσποιούμαι (ένα ψεύτικο χαμόγελο κ.λπ.), παριστάνω (ένα συναίσθημα)
  12. 12 σχηματίζω (μια γραμμή κ.λπ.)
  13. 13 σημειώνω (ένα ρεκόρ)
  14. 14 διαπράττω (μια αμαρτία κ.λπ.)
作業 さぎょう N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δουλειά, εργασία, λειτουργία, καθήκον
作戦 さくせん N1

ουσιαστικό

  1. 01 τακτική, στρατηγική
  2. 02 στρατιωτική επιχείρηση, ναυτική επιχείρηση
作品 さくひん N3

ουσιαστικό

  1. 01 έργο (π.χ. βιβλίο, ταινία, πίνακας, σύνθεση), παραγωγή
作り つくり N1

ουσιαστικό

  1. 01 κατασκευή, παραγωγή, οικοδόμηση, χτίσιμο, δομή, μορφή
  2. 02 εμφάνιση (ενδυμασία, μακιγιάζ κ.λπ.)
  3. 03 σωματότυπος, διάπλαση, κορμοστασιά
  4. 04 σασίμι
  5. 05 ψεύτικος, τεχνητός (π.χ. χαμόγελο)
作り出す つくりだす

ρήμα

  1. 01 κατασκευάζω, παράγω, καλλιεργώ (σοδειές)
  2. 02 επινοώ, σκαρφίζομαι, δημιουργώ
作り上げる つくりあげる

ρήμα

  1. 01 κατασκευάζω, χτίζω, δημιουργώ, ολοκληρώνω, συνθέτω
  2. 02 επινοώ, εφευρίσκω, σκαρφίζομαι, πλάθω
作成 さくせい N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συντάσσω (έκθεση, σχέδιο, συμβόλαιο κ.λπ.), καταρτίζω, ετοιμάζω, δημιουργώ (αρχείο, ιστότοπο, λογαριασμό κ.λπ.)
作家 さっか N3

ουσιαστικό

  1. 01 συγγραφέας, λογοτέχνης, μυθιστοριογράφος, καλλιτέχνης
さく N3

ουσιαστικό

  1. 01 έργο (π.χ. τέχνης), κομμάτι, παραγωγή
  2. 02 συγκομιδή, σοδειά, απόδοση, καλλιέργεια, άροση
  3. 03 τεχνική
作用 さよう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ενέργεια, δράση, λειτουργία, διαδικασία, επίδραση, αποτέλεσμα
作者 さくしゃ N2

ουσιαστικό

  1. 01 δημιουργός (ενός έργου), συγγραφέας, γράφων, καλλιτέχνης, συνθέτης, θεατρικός συγγραφέας, δραματουργός
作動 さどう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λειτουργία, λειτουργικότητα
作法 さほう N3

ουσιαστικό

  1. 01 τρόποι, εθιμοτυπία, πρέπον
  2. 02 τρόπος δημιουργίας (κυρίως πεζού λόγου, ποίησης κ.λπ.), τρόπος κατασκευής
作物 さくもつ N3

ουσιαστικό

  1. 01 καλλιέργεια, σοδειά, αγροτικό προϊόν, γεωργικό προϊόν
作戦会議 さくせんかいぎ

ουσιαστικό

  1. 01 σύσκεψη στρατηγικής, πολεμικό συμβούλιο
作り直す つくりなおす

ρήμα

  1. 01 ξαναφτιάχνω
  2. 02 ξαναχτίζω, ανακατασκευάζω
作り物 つくりもの

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνητό προϊόν, κατασκευασμένο αντικείμενο, απομίμηση, ψεύτικο, απάτη
  2. 02 μυθοπλασία, επινοημένη ιστορία
  3. 03 διακόσμηση (π.χ. για κάποιο φεστιβάλ)
  4. 04 θεατρικό σκηνικό αντικείμενο (ιδιαίτερα ένα μεγάλο αντικείμενο στο νο ή στο κιόγκεν, π.χ. δέντρο, πηγάδι, βάρκα)
  5. 05 καλλιέργεια, σοδειά
作り話 つくりばなし

ουσιαστικό

  1. 01 μυθοπλασία, φανταστική ιστορία, μύθος, επινόηση, ψέμα
作業員 さぎょういん

ουσιαστικό

  1. 01 εργάτης, χειρώνακτας