517 αποτελέσματα για «内»

ない

επίθημα

  1. 01 εντός, μέσα σε
内容 ないよう N3

ουσιαστικό

  1. 01 περιεχόμενο, ουσία, θέμα, λεπτομέρεια, σημασία
うち N4

ουσιαστικό, επίρρημα, αντωνυμία

  1. 01 μέσα, εντός
  2. 02 ενώ (π.χ. κάποιος είναι νέος), κατά τη διάρκεια, εντός (π.χ. μιας ημέρας), στην πορεία του
  3. 03 ανάμεσα, μεταξύ, από
  4. 04 μέσα (στο μυστικό, στο χάος, στη φτώχεια κ.λπ.), εν μέσω, με (π.χ. επιτυχία)
  5. 05 μέσα μου (στον εαυτό μου), τα συναισθήματά μου, εσωτερικές σκέψεις
  6. 06 εμείς, η εταιρεία μας, ο οργανισμός μας
  7. 07 το σπίτι μου, η οικογένειά μου
  8. 08 ο/η σύζυγός μου, ο άντρας μου, η γυναίκα μου
  9. 09 υπογράφηκε εκ μέρους (του ονόματος του συζύγου) από τη σύζυγό του
  10. 10 εγώ, εμένα
  11. 11 χώροι του αυτοκρατορικού παλατιού
  12. 12 αυτοκράτορας
内部 ないぶ N1

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό, μέσα, εσωτερικός
内側 うちがわ

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό, εσωτερική πλευρά, εσωτερικό μέρος
内心 ないしん N1

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 εσωτερικές σκέψεις, πραγματική πρόθεση, βάθος καρδιάς, νους, μυαλό
  2. 02 κατά βάθος, βαθιά μέσα, εσωτερικά, από μέσα
  3. 03 εσωτερικό κέντρο
内緒 ないしょ N1

ουσιαστικό

  1. 01 μυστικότητα, εμπιστευτικότητα, ιδιωτικότητα, απόρρητο, μυστικό
  2. 02 οι προσωπικές συνθήκες κάποιου (ιδίως οικονομικές)
  3. 03 εσωτερική συνειδητοποίηση, προσωπική φώτιση
  4. 04 κουζίνα
内臓 ないぞう

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικά όργανα, σπλάχνα
内面 ないめん

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό, εσωτερική πλευρά
  2. 02 εσωτερικός κόσμος, ψυχή, καρδιά
内面 うちづら

ουσιαστικό

  1. 01 το πρόσωπο που δείχνει κανείς στο σπίτι
内装 ないそう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εσωτερική διακόσμηση, εσωτερικός χώρος, ταπετσαρία
内密 ないみつ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ιδιωτικότητα, μυστικότητα, εμπιστευτικότητα
内外 ないがい

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικό και εξωτερικό
  2. 02 εσωτερικό και εξωτερικό της χώρας, εντός και εκτός συνόρων
  3. 03 περίπου, γύρω στα
内乱 ないらん N1

ουσιαστικό

  1. 01 εμφύλιος πόλεμος, εξέγερση, ανταρσία, εσωτερική σύγκρουση
内情 ないじょう

ουσιαστικό

  1. 01 εσωτερικές συνθήκες, η πραγματική κατάσταση των πραγμάτων
内包 ないほう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συνυποδήλωση, εννοιολογικό περιεχόμενο, εντατική σημασία
  2. 02 συμπερίληψη, εμπερίεξη
内々 うちうち

ουσιαστικό, επίρρημα

  1. 01 ιδιωτικός, εμπιστευτικός, ανεπίσημος, μυστικός, εντός του οικογενειακού κύκλου, στο εσωτερικό
内戦 ないせん

ουσιαστικό

  1. 01 εμφύλιος πόλεμος
内蔵 ないぞう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εσωτερικός (π.χ. μηχανισμός, χαρακτηριστικό), ενσωματωμένος, εξοπλισμένος (με)
内定 ないてい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσωρινή απόφαση, ανεπίσημη προσφορά (κυρίως για θέση εργασίας), άτυπη προσφορά