67 αποτελέσματα για «刺»

刺激 しげき N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ερέθισμα, διέγερση, ερεθισμός (ιδίως του σώματος, π.χ. δέρματος, ματιών)
  2. 02 ώθηση, παρόρμηση, κίνητρο, ερέθισμα, ενθάρρυνση, διέγερση, παρακίνηση, πρόκληση
  3. 03 ενθουσιασμός, συγκίνηση
刺す さす N3

ρήμα

  1. 01 τρυπώ, μαχαιρώνω, τσιμπώ, μπήγω, χώνω, καρφώνω
  2. 02 τσιμπώ, δαγκώνω (για έντομο)
  3. 03 ράβω, κεντώ
  4. 04 σπρώχνω βάρκα με κοντάρι, κωπηλατώ με κοντάρι
  5. 05 πιάνω (με παγίδα με κόλλα, π.χ. πουλιά)
  6. 06 αποκλείω (παίκτη από το μπέιζμπολ), βγάζω εκτός (παίκτη)
刺さる ささる N3

ρήμα

  1. 01 μπήγομαι, καρφώνομαι, τρυπιέμαι, σφηνώνομαι, κολλάω
  2. 02 συγκινούμαι, αγγίζομαι (συναισθηματικά)
刺繍 ししゅう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κέντημα
刺客 しかく

ουσιαστικό

  1. 01 δολοφόνος
  2. 02 υποψήφιος που προτείνεται από πολιτικό κόμμα για να εκτοπίσει εν ενεργεία μέλος του ίδιου κόμματος
刺激的 しげきてき

επίθετο

  1. 01 διεγερτικός, συναρπαστικός, προκλητικός
刺身 さしみ N2

ουσιαστικό

  1. 01 σασίμι (ωμό κομμένο ψάρι, οστρακοειδή ή μαλακόστρακα)
刺々しい とげとげしい

επίθετο

  1. 01 αιχμηρός (λόγια), σκληρός (τρόπος, τόνος κ.λπ.), εχθρικός (διάθεση, στάση κ.λπ.), δηκτικός, καυστικός, κοφτερός, γεμάτος αιχμές
刺青 しせい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 τατουάζ (ιδίως παραδοσιακό ιαπωνικό), δερματοστιξία
刺突 しとつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαπεραστικό χτύπημα, διάτρηση
刺し貫く さしつらぬく

ρήμα

  1. 01 διαπερνώ
とげ

ουσιαστικό

  1. 01 αγκάθι, ακίδα, αγκαθάκι
  2. 02 ακίδα (ιδιαίτερα αυτή που έχει μπει στο δέρμα), ξένο σώμα (ιδιαίτερα αυτό που έχει κολλήσει στον λαιμό, π.χ. ψαροκόκαλο)
  3. 03 αιχμηρά λόγια, δηκτικά σχόλια
刺し殺す さしころす

ρήμα

  1. 01 μαχαιρώνω μέχρι θανάτου
刺し さし

ουσιαστικό

  1. 01 εργαλείο δειγματοληψίας ρυζιού (αιχμηρός σωλήνας για τον έλεγχο ποιότητας ρυζιού μέσα σε σάκους)
  2. 02 σασίμι (φέτες ωμού ψαριού)
  3. 03 κάρφωμα, διάτρηση, κέντημα
刺殺 しさつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θανάτωση με μαχαίρι
  2. 02 εξουδετέρωση (φωτιάς)
刺し違える さしちがえる

ρήμα

  1. 01 αλληλομαχαιρώνομαι
  2. 02 θυσιάζομαι προκειμένου να βλάψω κάποιον άλλον

ουσιαστικό

  1. 01 επισκεπτήριο
刺激臭 しげきしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 ερεθιστική οσμή, διαπεραστική μυρωδιά
刺し傷 さしきず

ουσιαστικό

  1. 01 τραύμα από μαχαίρι, διατιτραίνον τραύμα, δάγκωμα (π.χ. από έντομο), τσίμπημα, κέντημα
刺激物 しげきぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 διεγερτικό, ερεθιστικός παράγοντας