31 αποτελέσματα για «剥»
剥がす はがす
ρήμα
- 01 αποκολλώ, ξεφλουδίζω, σκίζω, αφαιρώ, γδέρνω, απογυμνώνω, στερώ, αποσπώ, αποσυνδέω
剥く むく N3
ρήμα
- 01 ξεφλουδίζω, γδέρνω, καθαρίζω, απογυμνώνω
- 02 ξεγυμνώνω (δόντια, χαυλιόδοντες), ανοίγω διάπλατα (μάτια)
剥がれる はがれる
ρήμα
- 01 ξεκολλάω από, ξεφλουδίζω, αποκολλώμαι
剥奪 はくだつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποστέρηση (δικαιωμάτων, βαθμού κ.λπ.), στέρηση, δήμευση, ανάκληση, αποβολή
剥ぐ はぐ N1
ρήμα
- 01 αποκολλάω, ξεφλουδίζω, σκίζω, βγάζω το δέρμα, γδέρνω, αφαιρώ τον φλοιό
- 02 απογυμνώνω (από ρούχα, αξιώματα, κλπ.), στερώ, αποστερώ
剥ぎ取る はぎとる
ρήμα
- 01 ξεσκίζω, απογυμνώνω, αφαιρώ, ξύνω
- 02 ληστεύω (κάποιον) αφαιρώντας τα ρούχα του, στερώ (κάποιον) από εξουσίες, αξιώματα κ.λπ.
剥がれ落ちる はがれおちる
ρήμα
- 01 ξεφλουδίζω και πέφτω, ξεφλουδίζω και αποκολλώμαι
剥げる はげる N1
ρήμα
- 01 ξεφλουδίζω, αποκολλώμαι, ξεφτίζω, φθείρομαι
- 02 ξεθωριάζω, αποχρωματίζομαι
剥ける むける
ρήμα
- 01 ξεφλουδίζω, αποκολλώμαι, αφαιρούμαι
剥離 はくり
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποκόλληση, ξεφλούδισμα, απολέπιση
- 02 αποκόλληση (ροής)
剥製 はくせい
ουσιαστικό
- 01 ταριχευμένο δείγμα, ταρίχευμα
- 02 ταρίχευση, τοποθέτηση σε εκθεσιακή μορφή
剥ぎ取り はぎとり
ουσιαστικό
- 01 αποκόλληση, αφαίρεση, σκίσιμο
剥げ落ちる はげおちる
ρήμα
- 01 ξεφλουδίζω, αποκολλώμαι, απολεπίζομαι
剥き身 すきみ
ουσιαστικό
- 01 λεπτή φέτα κρέατος ή ψαριού
- 02 ελαφρώς πασπαλισμένη με αλάτι φέτα ψαριού
剥落 はくらく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ξεφλούδισμα (π.χ. μπογιάς), πτώση (π.χ. πλακιδίων), απολέπιση, απολέπιση δέρματος, εκδορά
剥げる へげる
ρήμα
- 01 ξεφλουδίζω, αποκολλώμαι, ξεφλουδίζομαι
剥れる むくれる
ρήμα
- 01 μουτρώνω, κατσουφιάζω, θυμώνω, παρεξηγούμαι, δυσαρεστούμαι
- 02 ξεφλουδίζω, ξεφλουδίζομαι, αποκολλώμαι
剥脱 はくだつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποκόλληση, ξεφλούδισμα
剥片 はくへん
ουσιαστικό
- 01 λέπι, θραύσμα
- 02 λίθινη νιφάδα
剥皮 はくひ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αποφλοίωση, ξεφλούδισμα, απογύμνωση