31 αποτελέσματα για «吐»
吐く はく N3
ρήμα
- 01 ξερνάω, κάνω εμετό
- 02 εκπέμπω, εκπνέω
- 03 εκφράζω, λέω
- 04 ομολογώ
吐き出す はきだす
ρήμα
- 01 εμετώ, φτύνω
- 02 εκπνέω (π.χ. αέρα), φυσάω, εκτοξεύω (π.χ. καπνό), εκπέμπω, αποβιβάζω (π.χ. επιβάτες)
- 03 ξοδεύω (π.χ. αποταμιευμένα χρήματα), αναγκάζομαι να πληρώσω
- 04 εκτονώνω (π.χ. καταπιεσμένα συναισθήματα), εκφράζω
- 05 εξάγω, παράγω (ως έξοδο)
吐息 といき
ουσιαστικό
- 01 αναστεναγμός, βαθιά ανάσα
吐き捨てる はきすてる
ρήμα
- 01 φτύνω, πετάω, απορρίπτω
吐き気 はきけ N2
ουσιαστικό
- 01 ναυτία, τάση για εμετό, αδιαθεσία
吐く つく
ρήμα
- 01 εκπνέω, αναπνέω
- 02 λέω (ψέματα), χρησιμοποιώ (βωμολοχίες)
- 03 κάνω εμετό, ξερνώ, αναγουλιάζω
吐露 とろ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκφράζω τον εσωτερικό μου κόσμο, μιλώ ανοιχτά
吐き気がする はきけがする
άλλο, ρήμα
- 01 αισθάνομαι ναυτία
吐血 とけつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εμετός αίματος, αιματέμεση
吐き気を催す はきけをもよおす
άλλο, ρήμα
- 01 αισθάνομαι ναυτία, νιώθω αδιαθεσία
吐きかける はきかける
ρήμα
- 01 φτύνω πάνω σε κάποιον
吐き散らす はきちらす
ρήμα
- 01 ξερνώ παντού, ξερνώ ασύστολα
- 02 εκτοξεύω (π.χ. βρώμικες εκφράσεις)
吐き戻す はきもどす
ρήμα
- 01 αναγωγίζω, κάνω εμετό, ξερνώ
吐瀉 としゃ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εμετός και διάρροια
吐しゃ物 としゃぶつ
ουσιαστικό
- 01 εμετός και περιττώματα
吐出 としゅつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 κάνω εμετό, ξερνώ, αποβάλλω
吐剤 とざい
ουσιαστικό
- 01 εμετικό
吐物 とぶつ
ουσιαστικό
- 01 εμετός
吐水 とすい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απελευθέρωση νερού
吐水口 とすいこう
ουσιαστικό
- 01 στόμιο εκροής (για νερό)