77 αποτελέσματα για «向»

向かう むかう N4

ρήμα

  1. 01 στρέφομαι προς
  2. 02 πηγαίνω προς, κατευθύνομαι προς
向ける むける N3

ρήμα

  1. 01 στρέφομαι, γυρίζω, κοιτάζω (προς), δείχνω, στοχεύω, κατευθύνω
  2. 02 κατευθύνομαι, πηγαίνω (προς)
  3. 03 διαθέτω, κατανέμω
  4. 04 στέλνω, αποστέλλω (π.χ. ένα άτομο)
  5. 05 στοχεύω, επιδιώκω
向こう むこう N5

ουσιαστικό

  1. 01 απέναντι πλευρά, άλλη πλευρά
  2. 02 εκεί, μπροστά, πιο πέρα, σε απόσταση, μακριά
  3. 03 προορισμός, εκεί (κάπου μακρινά, ειδικά στο εξωτερικό)
  4. 04 το άλλο μέρος, η άλλη πλευρά
  5. 05 από τώρα και πέρα, ο επόμενος (π.χ. οι επόμενες δύο εβδομάδες), ο ερχόμενος, από... και μετά
向く むく N3

ρήμα

  1. 01 στρέφομαι προς, κοιτάζω (π.χ. πάνω, κάτω)
  2. 02 βλέπω προς (π.χ. ανατολικά), έχω πρόσοψη προς (για κτίριο, παράθυρο κ.λπ.), ατενίζω
  3. 03 δείχνω, στρέφομαι (για βέλος, βελόνα πυξίδας κ.λπ.)
  4. 04 μου ταιριάζει, είμαι κατάλληλος για, ενδείκνυμαι
  5. 05 στρέφομαι προς, κλίνω προς (για ενδιαφέροντα, συναισθήματα κ.λπ.), έχω την τάση να κάνω
向き合う むきあう

ρήμα

  1. 01 είμαι απέναντι, αντικρίζω
  2. 02 αντιμετωπίζω (ένα ζήτημα)
向け むけ

ουσιαστικό

  1. 01 προοριζόμενος για..., απευθυνόμενος σε..., στοχευμένος σε...
向き直る むきなおる

ρήμα

  1. 01 γυρίζω, στρέφομαι
向き むき

ουσιαστικό

  1. 01 κατεύθυνση, προσανατολισμός, όψη, έκθεση
  2. 02 κατάλληλος για, ταιριαστός για, σχεδιασμένος για
  3. 03 τάση, κλίση
  4. 04 φύση, χαρακτήρας (αιτήματος ή επιθυμίας)
  5. 05 άτομο, πρόσωπο
向こう側 むこうがわ

ουσιαστικό

  1. 01 άλλη πλευρά, απέναντι πλευρά, ο άλλος
向かい合う むかいあう

ρήμα

  1. 01 αντικρίζω, βρίσκομαι απέναντι
向上 こうじょう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ανύψωση, άνοδος, βελτίωση, πρόοδος, εξέλιξη
向かい側 むかいがわ

ουσιαστικό

  1. 01 απέναντι πλευρά, άλλη πλευρά, αντίδικος ή άλλος συνομιλητής
向上心 こうじょうしん

ουσιαστικό

  1. 01 φιλοδοξία, επιδίωξη, επιθυμία για αυτοβελτίωση
向い むかい

ουσιαστικό

  1. 01 απέναντι, η απέναντι πλευρά
向かい合わせ むかいあわせ

ουσιαστικό

  1. 01 πρόσωπο με πρόσωπο, αντικριστά
向いている むいている

άλλο, ρήμα

  1. 01 είμαι κατάλληλος για (π.χ. μια δουλειά), ταιριάζω σε
向こう岸 むこうぎし

ουσιαστικό

  1. 01 απέναντι όχθη, πέρα όχθη
向日葵 ひまわり

ουσιαστικό

  1. 01 ηλίανθος (Helianthus annuus)
向き不向き むきふむき

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 διαφορετικές καταλληλότητες, το να είναι κάποιος κατάλληλος για ορισμένα πράγματα (και όχι για άλλα)
向こう見ず むこうみず

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 παράτολμος, απερίσκεπτος, αλόγιστος, ριψοκίνδυνος, παράτολμος τύπος, θαρραλέος