88 αποτελέσματα για «吹»

吹く ふく N5

ρήμα

  1. 01 φυσάω (για τον άνεμο)
  2. 02 φυσάω, εκπνέω, φυσάω πάνω (σε ζεστό τσάι, κεριά κ.λπ.), φυσάω
  3. 03 παίζω (πνευστό όργανο), φυσάω (σφυρίχτρα, τρομπέτα κ.λπ.), σφυρίζω (μια μελωδία)
  4. 04 εκπέμπω, βγάζω (καπνό, φωτιά κ.λπ.), ξεπηδάω, εκτοξεύω, βγάζω καπνούς
  5. 05 βλασταίνω, φυτρώνω, βγάζω (μπουμπούκια)
  6. 06 εμφανίζομαι (στην επιφάνεια), σχηματίζομαι, καλύπτομαι, επενδύομαι (με σκόνη, σκουριά κ.λπ.)
  7. 07 ξεσπάω στα γέλια, ξεκαρδίζομαι στα γέλια
  8. 08 καυχιέμαι, κομπάζω, μιλάω με μεγάλα λόγια
  9. 09 λιώνω (μέταλλο), χυτεύω, κόβω (νόμισμα)
吹き飛ばす ふきとばす

ρήμα

  1. 01 φυσάω μακριά, παρασύρω με τον αέρα
  2. 02 διαλύω, αποδιώχνω, διώχνω
  3. 03 καυχιέμαι, κομπάζω
吹き飛ぶ ふきとぶ

ρήμα

  1. 01 παρασύρομαι, εκτινάσσομαι, φεύγω με τον αέρα
  2. 02 εξαφανίζομαι, διαλύομαι, εκλείπω
吹き出す ふきだす

ρήμα

  1. 01 αναβλύζω, ξεπηδώ, εκτοξεύομαι
  2. 02 βλασταίνω, φυτρώνω
  3. 03 ξεσπώ σε γέλια
  4. 04 φυσώ (καπνό κ.λπ.), εκπνέω
  5. 05 βγάζω βλαστούς (για δέντρο)
吹っ飛ぶ ふっとぶ

ρήμα

  1. 01 παρασύρομαι (από τον αέρα), εκτοξεύομαι
  2. 02 εξαφανίζομαι, χάνομαι
  3. 03 βιάζομαι, σπεύδω, ορμώ
吹き込む ふきこむ

ρήμα

  1. 01 φυσώ μέσα, μπαίνω (για αέρα, βροχή κ.λπ.)
  2. 02 φυσώ (αέρα) μέσα (π.χ. σε μπαλόνι), εμφυσώ, δίνω νέα πνοή
  3. 03 εμπνέω (κάποιον), βάζω ιδέες (στο μυαλό κάποιου), ενσταλάζω, εμφυσώ, κατηχώ
  4. 04 ηχογραφώ (ήχο, σε κασέτα, βινύλιο κ.λπ.)
吹っ飛ばす ふっとばす

ρήμα

  1. 01 φυσώ με δύναμη, εκτοξεύω, παρασύρω με τον άνεμο
  2. 02 διώχνω (π.χ. τις ανησυχίες κάποιου), αποδιώχνω, εξαλείφω
  3. 03 πηγαίνω με μεγάλη ταχύτητα (π.χ. οδηγώ ένα αυτοκίνητο), διεκπεραιώνω (μια εργασία) πολύ γρήγορα
吹き荒れる ふきあれる

ρήμα

  1. 01 πνέω με σφοδρότητα, σαρώνω, καταστρέφω
吹雪 ふぶき N2

ουσιαστικό

  1. 01 χιονοθύελλα, θύελλα
吹きかける ふきかける

ρήμα

  1. 01 φυσώ πάνω σε, εκπνέω πάνω σε, ψεκάζω
  2. 02 προκαλώ (καβγά), εξωθώ, επιβάλλω (παράλογους όρους), απαιτώ (το αδύνατο)
  3. 03 υπερβάλλω, ζητώ (παράλογη τιμή), υπερχρεώνω
吹き抜ける ふきぬける

ρήμα

  1. 01 φυσώ μέσα από, περνώ φυσώντας
吹っ切れる ふっきれる

ρήμα

  1. 01 διαλύομαι, εξαλείφομαι (για αμφιβολίες, αρνητικά συναισθήματα κ.λπ.), ξεπερνιέμαι, αφήνω κάτι πίσω μου
  2. 02 σπάζω, εκρήγνυμαι (για φλεγμονή, απόστημα κ.λπ.)
吹聴 ふいちょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαδίδω (νέα, φήμες κ.λπ.), κάνω ευρέως γνωστό, δημοσιοποιώ, διαφημίζω, διακηρύσσω
吹き抜け ふきぬけ

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 αίθριο, φωταγωγός (σε κτίριο), θόλος
  2. 02 διαρροή αερίων (σε κινητήρα), απώλεια πίεσης
  3. 03 ρευματώδης, εκτεθειμένος σε ρεύματα αέρα
吹き付ける ふきつける

ρήμα

  1. 01 φυσώ πάνω σε, ψεκάζω (μπογιά κ.λπ. σε μια επιφάνεια)
吹奏楽部 すいそうがくぶ

ουσιαστικό

  1. 01 μπάντα πνευστών (ως σχολική δραστηριότητα), σύνολο πνευστών
吹かす ふかす

ρήμα

  1. 01 καπνίζω (τσιγάρο, πίπα κ.λπ.), φουσκώνω, βγάζω καπνό
  2. 02 μαρσάρω (κινητήρα), ανεβάζω στροφές
  3. 03 υποκρίνομαι, προσποιούμαι, παριστάνω
  4. 04 σουτάρω την μπάλα πολύ ψηλά, στέλνω την μπάλα πάνω από το οριζόντιο δοκάρι
吹き出る ふきでる

ρήμα

  1. 01 αναβλύζω, εκτοξεύομαι
吹き上げる ふきあげる

ρήμα

  1. 01 φυσώ προς τα πάνω, εκτοξεύω στον αέρα
吹きすさぶ ふきすさぶ

ρήμα

  1. 01 φυσώ ορμητικά, μαίνομαι
  2. 02 παίζω (φλάουτο κ.λπ.) για διασκέδαση