72 αποτελέσματα για «問»

問題 もんだい N5

ουσιαστικό

  1. 01 ερώτηση (π.χ. σε τεστ), πρόβλημα
  2. 02 πρόβλημα (π.χ. κοινωνικό, πολιτικό), ζήτημα, θέμα, αντικείμενο (π.χ. έρευνας), υπόθεση
  3. 03 αμφιβολία, ερώτημα
  4. 04 δημόσια συζήτηση, διαμάχη, αντιπαράθεση
  5. 05 πρόβλημα, δυσκολία, ενόχληση, ταλαιπωρία, μπελάς
問う とう N3

ρήμα

  1. 01 ρωτάω, διερευνώ
  2. 02 κατηγορώ, ψέγω, ζητάω ευθύνες
  3. 03 ενδιαφέρομαι, θεωρώ σημαντικό
  4. 04 αμφισβητώ, αμφιβάλλω
問題ない もんだいない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν υπάρχει πρόβλημα, εντάξει, δεν είναι θέμα, αποδεκτό
問い とい N3

ουσιαστικό

  1. 01 ερώτηση, απορία
問いかける といかける

ρήμα

  1. 01 ρωτάω
  2. 02 αρχίζω να ρωτάω
問いかけ といかけ

ουσιαστικό

  1. 01 ερώτηση, απορία, διερεύνηση, έρευνα
問い詰める といつめる

ρήμα

  1. 01 πιέζω κάποιον για απάντηση, ανακρίνω αυστηρά
問答無用 もんどうむよう

ουσιαστικό

  1. 01 χωρίς νόημα η συζήτηση (για το θέμα), δεν επιδέχεται συζήτηση
問い返す といかえす

ρήμα

  1. 01 επαναλαμβάνω την ερώτησή μου, ρωτώ ξανά
  2. 02 ανταπαντώ, ρωτώ με τη σειρά μου
問いただす といただす

ρήμα

  1. 01 ρωτώ, ζητώ διευκρινίσεις, κάνω ερώτηση
  2. 02 ανακρίνω, υποβάλλω σε έντονη ανάκριση, ζητώ εξηγήσεις (από κάποιον)
問答 もんどう N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 ερωτοαποκρίσεις, διάλογος
問題点 もんだいてん

ουσιαστικό

  1. 01 το υπό εξέταση πρόβλημα, το επίδικο σημείο, προβληματικό ζήτημα, πρόβλημα
問題児 もんだいじ

ουσιαστικό

  1. 01 προβληματικό παιδί
もん

επίθημα, άλλο

  1. 01 μετρητής ερωτήσεων
問屋 とんや N1

ουσιαστικό

  1. 01 χονδρέμπορος, κατάστημα χονδρικής
問い合わせる といあわせる N1

ρήμα

  1. 01 ζητώ πληροφορίες, απευθύνω ερώτημα
問い合わせ といあわせ N2

ουσιαστικό

  1. 01 ερώτηση, αίτημα για πληροφορίες
問題にならない もんだいにならない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν αποτελεί πρόβλημα
  2. 02 εκτός συζήτησης, δεν αξίζει να εξεταστεί
  3. 03 ασήμαντος, αμελητέος, επουσιώδης, χωρίς καμία βαρύτητα
問題視 もんだいし

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντιμετώπιση ως πρόβλημα, προβληματοποίηση
問題解決 もんだいかいけつ

ουσιαστικό

  1. 01 επίλυση προβλημάτων