75 αποτελέσματα για «声»
声 こえ N5
ουσιαστικό
- 01 φωνή
- 02 κελάηδισμα (πουλιού), τρίλια (εντόμου), κουκουβάγισμα
- 03 φωνή, γνώμη (εκφρασμένη με λόγια), άποψη, επιθυμία, στάση, θέληση
- 04 ήχος
- 05 αίσθηση (κάτι που έρχεται), αίσθημα
- 06 φωνή, φωνητικός ήχος
声 しょう
ουσιαστικό
- 01 φωνή, ήχος
- 02 τόνος (χαρακτήρα της κινεζικής γλώσσας), σημαδάκι τόνου
- 03 τονισμός (στην προφορά), επιτονισμός, προφορά
声をかける こえをかける
άλλο, ρήμα
- 01 χαιρετώ, φωνάζω σε, πιάνω κουβέντα σε (κάποιον)
- 02 καλώ, προσκαλώ, επικοινωνώ, ενημερώνω (κάποιον ότι βρίσκομαι στην περιοχή ή έχω χρόνο να συναντηθούμε κ.λ.π.)
- 03 επευφημώ, ενθαρρύνω, υποστηρίζω φωνητικά
声を出す こえをだす
άλλο, ρήμα
- 01 μιλάω, λέω, εκφέρω φωνή
声を上げる こえをあげる
άλλο, ρήμα
- 01 υψώνω τη φωνή μου, φωνάζω, ουρλιάζω
- 02 παίρνω θέση (π.χ. σε διαμαρτυρία), εκφράζω τη γνώμη μου
声がする こえがする
άλλο, ρήμα
- 01 μιλάω
- 02 ακούω φωνή
声が出る こえがでる
άλλο, ρήμα
- 01 βγάζω φωνή, βγάζω ήχο
- 02 μπορώ να μιλήσω
声音 せいおん
ουσιαστικό
- 01 φωνή, ηχητική εκφορά της φωνής
声音 こわね
ουσιαστικό
- 01 τόνος φωνής (π.χ. με γλυκό τόνο), χροιά
声を張り上げる こえをはりあげる
άλλο, ρήμα
- 01 υψώνω τη φωνή μου, φωνάζω
声色 こわいろ
ουσιαστικό
- 01 χρώμα φωνής, τόνος φωνής
- 02 μιμητισμός, μιμητική φωνή
声色 せいしょく
ουσιαστικό
- 01 φωνή και εμφάνιση
- 02 τραγούδι και γυναίκες
声かけ こえかけ
ουσιαστικό
- 01 προσφώνηση, χαιρετισμός, προσέγγιση (κάποιου)
声にならない こえにならない
άλλο, επίθετο
- 01 ανίκανος να μιλήσει (λόγω έντονων συναισθημάτων), βουβός, άφωνος
声援 せいえん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ιαχή ενθάρρυνσης, επευφημία, υποστήριξη
声を潜める こえをひそめる
άλλο, ρήμα
- 01 χαμηλώνω τη φωνή μου, μιλώ ψιθυριστά
声高 こわだか
επίθετο
- 01 δυνατόφωνος, έντονος (για φωνή)
声優 せいゆう
ουσιαστικό
- 01 φωνητικός ηθοποιός, ηθοποιός φωνής (για ραδιόφωνο, κινούμενα σχέδια κ.λπ.)
声量 せいりょう
ουσιαστικό
- 01 ένταση φωνής
声明 せいめい N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 δήλωση, ανακοίνωση, διακήρυξη