84 αποτελέσματα για «宿»

宿 やど N3

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλυμα, πανδοχείο, ξενοδοχείο
  2. 02 σπίτι, κατοικία
  3. 03 το σπίτι των γονέων ενός υπηρέτη (ή του εγγυητή, κ.λπ.)
宿る やどる

ρήμα

  1. 01 κατοικώ, διαμένω, υπάρχω, σχηματίζομαι
  2. 02 μένω, καταλύω, φιλοξενούμαι, βρίσκω καταφύγιο
  3. 03 κυοφορούμαι, βρίσκομαι στη μήτρα (για αγέννητο παιδί)
  4. 04 αποτελώ μέρος ενός αστερισμού, ανήκω σε αστερισμό
宿題 しゅくだい N5

ουσιαστικό

  1. 01 εργασία για το σπίτι, κατ' οίκον εργασία, ανάθεση
  2. 02 εκκρεμότητα, άλυτο πρόβλημα, ανοιχτό ζήτημα
宿す やどす

ρήμα

  1. 01 στεγάζω, φιλοξενώ, περιέχω, τρέφω (π.χ. ένα συναίσθημα), κρατώ (π.χ. δροσιά σε φύλλα)
  2. 02 κυοφορώ (μωρό), είμαι έγκυος
  3. 03 παρέχω κατάλυμα, φιλοξενώ, στεγάζω
宿す しゅくす

ρήμα

  1. 01 διαμένω (σε), καταλύω (σε)
宿屋 やどや

ουσιαστικό

  1. 01 πανδοχείο
宿命 しゅくめい N1

ουσιαστικό

  1. 01 μοίρα, πεπρωμένο, προκαθορισμός
宿泊 しゅくはく N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαμονή, κατάλυμα
宿舎 しゅくしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλυμα, πανδοχείο, ξενοδοχείο
  2. 02 κατοικία (για δημόσιους υπαλλήλους)
宿敵 しゅくてき

ουσιαστικό

  1. 01 παλαιός εχθρός, μακροχρόνιος εχθρός, θανάσιμος εχθρός, παραδοσιακός αντίπαλος, διαχρονικός αντίπαλος
宿主 しゅくしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ξενιστής
  2. 02 ιδιοκτήτης καταλύματος, ξενοδόχος
宿する しゅくする

ρήμα

  1. 01 διαμένω (σε), καταλύω (σε)
宿泊施設 しゅくはくしせつ

ουσιαστικό

  1. 01 κατάλυμα (π.χ. ξενοδοχείο), εγκατάσταση διαμονής, πανσιόν
宿場 しゅくば

ουσιαστικό

  1. 01 σταθμός αλλαγής ίππων (ιδιαίτερα σε οδικούς άξονες της περιόδου Έντο), σταθμός ανεφοδιασμού, σταθμός
宿泊客 しゅくはくきゃく

ουσιαστικό

  1. 01 ένοικος (π.χ. σε ξενοδοχείο)
宿代 やどだい

ουσιαστικό

  1. 01 έξοδα διαμονής, χρεώσεις ξενοδοχείου, τιμή δωματίου
宿場町 しゅくばまち

ουσιαστικό

  1. 01 πόλη-σταθμός, πόλη με πανδοχεία
宿直 しゅくちょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 νυχτερινή βάρδια, νυχτερινή φύλαξη
宿直 とのい

ουσιαστικό

  1. 01 νυχτερινή βάρδια (σε αυτοκρατορική αυλή, δημόσια υπηρεσία κ.λπ.), νυχτερινός φύλακας, νυχτερινή σκοπιά
  2. 02 διανυκτέρευση στο πλευρό ευγενούς
宿泊費 しゅくはくひ

ουσιαστικό

  1. 01 κόστος διαμονής, έξοδα καταλύματος