293 αποτελέσματα για «対»

対応 たいおう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αλληλογραφία, αντιστοιχία, ισοδυναμία
  2. 02 καταλληλότητα, συντονισμός, ταίριασμα, αρμοδιότητα
  3. 03 αντιμετώπιση, χειρισμός, ανταπόκριση, υποδοχή, αντίδραση
  4. 04 συμβατότητα (με τεχνολογία, λογισμικό κ.λπ.), δυνατότητα, υποστήριξη
対象 たいしょう N3

ουσιαστικό

  1. 01 στόχος, αντικείμενο (λατρείας, μελέτης κ.λπ.), υποκείμενο (φορολόγησης κ.λπ.), κάλυψη, πεδίο εφαρμογής
対策 たいさく N2

ουσιαστικό

  1. 01 μέτρο, βήμα, ενέργεια, αντίμετρο, σχέδιο αντιμετώπισης, αντενέργεια, στρατηγική, προετοιμασία (π.χ. για εξετάσεις)
たい N3

ουσιαστικό

  1. 01 κατά, έναντι
  2. 02 προς (π.χ. σκορ 4 προς 2, αναλογία 3 προς 1, ψήφος 320 προς 180)
  3. 03 προς, σε, με, κατά, αντι-
  4. 04 ίση βάση, ίσους όρους
  5. 05 αντίθετος
対処 たいしょ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντιμετωπίζω, χειρίζομαι
対する たいする N3

ρήμα

  1. 01 αντικρίζω, βρίσκομαι απέναντι
  2. 02 κατευθύνομαι προς (το μέλλον, κ.λπ.), ανταποκρίνομαι σε, σχετίζομαι με
  3. 03 υποδέχομαι (έναν πελάτη, κ.λπ.)
  4. 04 συγκρίνω με, αντιπαραβάλλω με, βρίσκομαι σε αντίθεση με, αντιτίθεμαι σε
  5. 05 αντιμετωπίζω, αντιτίθεμαι, ανταγωνίζομαι
対抗 たいこう N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντίσταση, αντιπαλότητα, ανταγωνισμός, εναντίωση
対峙 たいじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στέκομαι αντικριστά (π.χ. βουνά, κτίρια), απέναντι
  2. 02 αντιπαράθεση, αναμετρώμαι με (αντιπάλους, στρατούς, δυνάμεις), αντιμετωπίζω, αντιστέκομαι, κρατώ τη θέση μου απέναντι σε
対面 たいめん N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συναντιέμαι πρόσωπο με πρόσωπο, βλέπω αυτοπροσώπως
  2. 02 αντιμετωπίζω, βρίσκομαι απέναντι, κινούμαι αντίθετα (π.χ. στην κυκλοφορία)
対立 たいりつ N2

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντιπαράθεση, αντίθεση, ανταγωνισμός
対照的 たいしょうてき

επίθετο

  1. 01 αντιθετικός
対決 たいけつ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αντιπαράθεση, αναμέτρηση
対等 たいとう N1

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 ισότητα (ειδικά κοινωνικής θέσης), επί ίσοις όροις, ισότιμη βάση
つい N3

ουσιαστικό, άλλο

  1. 01 ζευγάρι, δυάδα, σύνολο
  2. 02 αντίθεση
  3. 03 επιμετρητής για αντικείμενα που έρχονται σε ζευγάρια
  4. 04 επιμετρητής για σετ (ρούχων, μικρών επίπλων, σκευών κ.λπ.)
対話 たいわ N1

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διάλογος, συζήτηση, κουβέντα, ανταλλαγή απόψεων, επικοινωνία
対戦 たいせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μάχομαι, αντιμετωπίζω, αναμετριέμαι, συναγωνίζομαι, ανταγωνίζομαι, μάχη, αγώνας, αναμέτρηση
対価 たいか

ουσιαστικό

  1. 01 αποζημίωση, ισότιμη αξία, αντιπαροχή
対岸 たいがん

ουσιαστικό

  1. 01 απέναντι όχθη
対戦相手 たいせんあいて

ουσιαστικό

  1. 01 αντίπαλος, εχθρός, ο ανταγωνισμός, η άλλη πλευρά
対処法 たいしょほう

ουσιαστικό

  1. 01 τρόπος αντιμετώπισης, προσέγγιση, πώς να χειριστείς ένα πρόβλημα κ.λπ.